ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Το σπουδαιότερο γεγονός της ζωής μου είναι φυσικά η ΓΕΝΝΗΣΗ μου στον Πτελεό Μαγνησίας. Οι γονείς μου είχαν τρία κορίτσια πριν από μένα. Ένα δε αγόρι τους, που τόλεγαν Λεωνίδα πριν από μένα, το πήρε ο Κύριος μωρό. Έτσι ήθελαν δικαίως και ένα αγόρι και προσεύχονταν γι’ αυτό νύχτα μέρα, αφού «έταξαν», υποσχέθηκαν στον Κύριον, εάν τους έδινε αγόρι, να το αφιερώσουν εις αυτόν, πράγμα που και έγινε. Έσπευσαν, λοιπόν, όταν γεννήθηκα να εκπληρώσουν το «τάμα». Και πριν βαπτισώ μ’έβαλαν φασκιωμένο σε μια κούνια (μουσίκι) και μ’άφησαν νύχτα-νύχτα, πρωί, έξω από την πόρτα της Εκκλησίας του χωριού, Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με την απόφασιν όποιος περάσει πρώτος από τους διαβάτες και με βρει, αυτός να με βαφτίση. Αυτοί παρακολουθούσαν βέβαια από μακριά μήπως μ’αρπάξει κανένα κοπρόσκυλο, και με το φόβο μήπως μ’ευρή κανένας γύφτος και πηγαινοέρχεται σαν «νουνός» και «κουμπάρος» στο σπίτι για κανένα «ποτηράκι», πάντοτε και άλλα ζητιανλίκια. Μ’ευρήκε όμως ένας καλός νοικοκύρης, που με βάφτισε και μούδωκε το όνομα «ΖΗΣΗΣ» που ήταν του προς μητρός παππού μου, Παπα-Ζήση.

Έχω λοιπόν λόγον να πιστεύω ότι ήλθα στον κόσμο με κάποιο σκοπό, προορισμό, και σαν «αφιερωμένος», «τάμα» στον Κύριον, ο οποίος εκ των υστέρων είδα και εβεβαιώθηκα ότι με εδέχθη, και με παρακολούθησε διά να με σώζη και ευλογή, παρ’όλην την μεγάλη αναξιότητά μου, καθ’όλον τον μετέπειτα βίον μου μέχρι σήμερα.

Πολύ μικρός έμεινα ορφανός από πατέρα. Τόσο μικρός που στο θάνατό του έλεγα στα μικρά παιδιά της γειτονιάς μου, «Ελάτε να ιδήτε, τι καλή κάσσα –νεκροφόρο με χρυσά γράμματα­‒ έχει ο πατέρας μου» ο οποίος άφησε παραγγελιά στη μάνα μου να μη με κάνει γεωργό και έρχομαι το βράδυ στο σπίτι βρεγμένος και λασπωμένος, αλλά ράφτη. Η μητέρα μου, η αείμνηστη μητέρα μου έκανε κάτι καλύτερο, και μ’έμαθε λίγα γράμματα, της Μέσης Εμπορικής Σχολής Τσαγγαράδας, τα οποία πολύ μ’εβοήθησαν στον μετέπειτα βίο μου εν συνδυασμώ με τα Γαλλικά και τα Αγγλικά, που τα αύξησα και καλλιέργησα κατόπιν.

Ο Δημοδιδάσκαλος που μ’έβλεπε μικρόν να μαζεύω τα χαρτιά, λέει στη μάννα μου, «Γράμματα θα μάθει αυτό το παιδί» όπως και έγινε για να εκπληρώσει ο Θεός το σκοπό που είχε για μένα μπροστά του, εν σχέσει με το μικρό έργο των φυλλαδίων και του ΗΜΕΡΟΔΕΙΚΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ, που με αξίωσε να κάνω, πολύ αργότερα, μεγάλος. Τότε, τα «γράμματα» ήταν δυσκολώτερα και μάλιστα για ένα φτωχό και ορφανό παιδί, όπως εγώ. Άλλ’ο Θεός ήταν πάντοτε μαζί μου, αν κι εγώ δεν το εγνώριζα. Δόξα στο όνομά Του.

Μετά τα σχολικά και λίγα ελεύθερα χρόνια που τα πέρασα ως υπάλληλος, ήρθε η σειρά του στρατού. Ήρθαν τα πολεμικά χρόνια του Ελληνο-Τουρκικού και Ελληνο-Βουλγαρικού πολέμου, και εν συνεχεία του 1ου (πρώτου) παγκοσμίου πολέμου. Ως κληρωτός του 1912 έλαβα μέρος στη μάχη του Λαγκαδά όπου και τραυματίσθηκα. Έχω ακόμη και για πάντα μια βολίδα από βολιδοφόρο κανόνι των Βουλγάρων μέσα στην αριστερή ποδοκνημική άρθρωσή μου, πλην ούτε να πονώ, ούτε να κουτσαίνω επέτρεψε ο Θεός. Δεν μ’ενοχλεί. Έπειτα, απολυθείς ξαναπήγα στο στρατό, έδωσα εξετάσεις και επέτυχα στο διαχειριστικό κλάδο. Με τον βαθμό του υπολοχαγού επήγα στο στρατό της Μικράς Ασίας, που πολεμούσαμε τους Τούρκους. Στη Σμύρνη όπου έφθασα τον Αύγουστο του 1922, έμεινα περιμένοντας να με τοποθετήσουν. Αλλά την εποχή εκείνη άρχισε η υποχώρηση του στρατού μας, η οποία κατέληξε στη φοβερή καταστροφή όχι μόνον του στρατού μας, αλλά και όλου του Ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας. Εκεί με περίμενε βέβαιος και σκληρός θάνατος εκ μέρους των αγριεμένων και βαρβάρων Τούρκων, πλην, χωρίς να το περιμένω, ο Μεγάλος Θεός και Σωτήρας μου έκαμε το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής μου και με έσωσε, και δεν περνάει ημέρα και νύχτα που να μη Τον ευχαριστώ και Τον δοξάζω γι αυτό. Και ιδού πως: αξίζει να το αναφέρω αυτό το θαύμα, για τη δόξα του Αγίου ονόματός Του.

Ως νεοαφιχθείς εξ Αθηνών, περίμενα στη βάση της Σμύρνης στην οποίαν παρουσιάστηκα για να με τοποθετήσουν. Αλλ’εκείνη δεν απεφάσιζε, διότι προφανώς ήξερε ότι το μέτωπό μας έναντι των Τούρκων κατέρρευσε. Και πράγματι, στη Λέσχη Αξιωματικών όπου έτρωγα και διέτριβα έρχονταν κάθε μέρα δυσάρεστες ειδήσεις. Ο στρατός μας υποχωρούσε και χιλιάδες Έλληνες κάτοικοι της Μικράς Ασίας, όπου ο Ελληνισμός ανθούσε, έφευγαν από τα σπίτια τους και συνωθούντο στο μουράγιο της παραλίας για να βρουν μέσον επιβιβάσεως να φύγουν από τη Σμύρνη, φοβούμενοι τις σκληρές και ανελέητες εκδικήσεις των Τούρκων. Αυτό γινόταν από 15-20 μέρες πριν, ενώ εγώ περίμενα ξένοιαστος τοποθέτηση. Ούτε φανταζόμουν ποτέ μια τόσο μεγάλη καταστροφή, που ακολούθησε. Μάλιστα, με ομάδα αξιωματικών τρέξαμε μια μέρα έξω της Σμύρνης όπου έμενε ο υπουργός των στρατιωτικών κ. Θεοτόκης και του ζητήσαμε να μας δώσει όπλα τους αξιωματικούς εμάς, για να ενθαρρύνουμε τους υποχωρούντας και εν διαλύσει σχεδόν στρατιώτες. Αυτός μας καθησύχασε, λέγων ότι και ένα μήνα ακόμα θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την Σμύρνη. Εψεύδετο όμως εν γνώσει, για να μη ξεσηκωθεί και όλος ο λαός περίτρομος και φεύγων αποκλείσει τους δρόμους και τις διαβάσεις. Εγώ αμετακίνητος έκανα και μπάνιο χαμάμ στις 22 Αυγούστου με κίνδυνο να με σφάξουν στο υπόγειο εκείνο οι Τούρκοι και ποιος θα τόξερε ή σε ποιον θα έδιναν λόγο; Όλα ήσαν άνω κάτω. Και μια φώτιση Θεού μου λέγει: «Δεν πας Ζήση σ’ένα τμήμα του Στρατηγείου», που έμαθα ότι ήταν ακόμη εκεί, «να ζητήσεις να πληρωθείς τον καθυστερούμενο μισθό σου, με το φύλλο πορείας σου, διότι κινδυνεύεις να μείνεις και χωρίς λεπά μέσα στο κακό τούτο;». Και, αμ’ έπος αμ’ έργον, πηγαίνω στο Στρατηγείο με το τραμ. Μπροστά του ένα βαπόρι με φρουρά από στρατιώτες. «Τι γίνεται, βρε παιδιά, εδώ;» τους λέγω. «Δέχεστε επιβάτες;» «Όχι» μου λέγουν, «κανέναν, πλην του Στρατηγείου». «Μέσα είναι εκεί τώρα το Στρατηγείο, ο Στρατηγός και το Επιτελείο;» «Ναι» μου λένε. Και αμέσως τραβώ για να παρουσιασθώ στο Στρατηγό. Πάω και τι να ιδώ εκεί; Γεμάτοι οι διάδρομοι χαρτιά πεταμένα άνω –κάτω. Φθάνω στο Γραφείο. Χτυπώ. Παρουσιάζεται ο Ταγματάρχης του Επιτελείου κ. Σκυλακάκης. Χαιρετώ, προσοχή, το χέρι στο πηλίκιο. «Λαμβάνω την τιμήν να παρουσιασθώ» λέγω και δείχνω το φύλλο πορείας μου. «Έχω τόσες μέρες εδώ και δεν έχω διαταγή που θα τοποθετηθώ». Με κοιτάζει απ’την κορφή ως τα νύχια, σαν νάλεγε μέσα του: «Από ποιο φρενοκομείο βγήκε ο άνθρωπος αυτός; Εδώ χανόμαστε και αυτός ρωτάει τι να κάνει!» Πηγαίνει μέσα και βγαίνει έξω και ο Στρατηγός Σαρηγιάννης, ο οποίος με κοιτάζει επίσης με το ίδιο πνεύμα, σαν νάλεγε «τρελλός είναι ο αξιωματικός αυτός!» Εν τούτοις, κατόπιν σκέψεως μου λένε «Να επιβιβαστείς του ατμοπλοίου “Κέα”. «Πού είναι αυτό;» ρωτάω. «Στο Γκιουστεπέ» (προάστειο της Σμύρνης) μου λέγει. «Γράψτε το παρακαλώ στο φύλλο πορείας μου». Φοβόμουν μήπως μου ζητηθεί καμιά φορά λόγος, πως έφυγα από τη Σμύρνη. Μελάνι δεν είχε, μου τόγραψε με μολύβι, το παίρνω και φεύγω. Ώρα περίπου 5. μ.μ. Πηγαίνω στο ξενοδοχείο μου, εξοφλώ το λογαριασμό μου, παίρνω το μπαούλο μου εκστρατείας, δεν μπορούσα φυσικά μόνος μου, αλλά και ανθρώπους δεν εύρισκα ή άνθρωπο να μου το μεταφέρει. Έπρεπε να το κατεβάσουν στην προκυμαία που ήταν γεμάτη γυναικόπαιδα, πατείς με πατώ σε, άλλοι ξαπλωμένοι απάνω στα πράγματά τους και άλλοι όρθιοι περιμένοντας να βρουν μέσο να μπουν σε κάποιο καράβι Ελληνικό να σωθούν. Τέλος, βρήκα δύο, που μου το μετέφεραν με καλή πληρωμή, στην θάλασσα, όπου βρήκα το βαποράκι και μπόρεσα να πάω στο Γκιουστεπέ, που ήταν το μεγάλο βαπόρι, η «Κέα». Ευτυχώς, μόλις κατά τις 9 μ.μ νύχτα έφθασα εκεί, και πού να βρω βάρκα να με περάσει βαθειά-μακριά, όπου ήταν αγκυροβολημένο το βαπόρι. Τέλος, βρέθηκε κάποια βάρκα και με πήγε μέσα. Όπου κατέβηκα, είδα τους τραυματίες, τους μοίρασα τα τσιγάρα μου –τότε κάπνιζα και κατά τις 11 τη νύχτα ανέβηκα στη γέφυρα, όπου ήταν και ο φρούραρχος του Κορδελιού από τον οποίον έμαθα ότι η ημέρα αυτή ήταν η τελευταία ημέρα επιβιβάσεως, διότι το πρωί της επομένης εισέβαλε στην Σμύρνη ο Μπεχλιβάν με τους αγρίους αντάρτες του, διψασμένους για αίμα και εκδίκηση Τούρκους. Όποιον αξιωματικό εύρισκε μεμονωμένο, χωρίς να είναι με στρατιωτικό τμήμα, όπως εγώ, κακήν-κακώς τους εξολόθρευαν όπως έμαθα αργότερα, για δε τον Συνταγματάρχη Ζεγκίνη άκουσα ότι τον πετάλωσαν και αιμάσσοντα τον ίππευαν και τον εξευτέλιζαν.

Από ένα τέτοιο, παρόμοιο, φριχτό θάνατο, βέβαιο και ασφαλή μ’εγλύτωσε ο Θεός, και μόνον ο Θεός από την Σμύρνη. Λέγω βέβαιο και ασφαλή διότι δεν είχα υπ’όψιν μου να φύγω μέχρι της τελευταίας ημέρας, διότι δεν επίστευα σ’ένα τόσο μεγάλο κακό, όπως η Μικρασιατική μας καταστροφή! Από τα καράβια φωνάζανε στην παραλία στις βάρκες που τους πλησιάζαν να μπουν κι άλλοι μέσα να σωθούν. «Μην έρχεσθε! Δεν χωράει άλλους. Θα βουλιάξουμε όλοι. Μην πλησιάζετε, θα σας ρίξουμε (ντουφεκίσουμε)». Κι έλεγα μέσα μου, διότι με είχε πιάσει μέσα μου κι ένας θλιβερός πατριωτισμός «Αν πρόκειται, έλεγα να φύγω έτσι σαν κατσίκι, καλύτερα να μολώσω (;) το περιγιάλι εδώ!» Ο Θεός όμως, που παρακολουθούσε το «τάμα» του, εμένα, που με είχαν αφιερώσει εκ γεννετής οι γονείς μου σ’ Αυτόν, πιστός στην αγάπη του προς το αφιέρωμά Του, μ’εγλύτωσε κι έφθασα την άλλη μέρα σώος και αβλαβής στην Μυτιλήνη, όπου και αναπαύθηκα, δοξάζων τον Θεόν, που τότε δεν είχα ακόμη καλά-καλά γνωρίσει, μ’εγλύτωσε και σώθηκα σαν κύριος, χωρίς εγώ να το έχω σκεφθή και φροντίσει. Εξαιτίας μου ίσως είχε καθυστερήσει και το πλοίο με τους τραυματίες, στο οποίο, χάριτι Θεού, μ’έστειλε το Στρατηγείο. Πώς να λησμονήσω μια τόσο μεγάλη σωτηρία! «Σαν την τρίχα απ’το ζυμάρι» που λέει η παροιμία με πήρε και μ’έσωσε. Αυτώ η δόξα στους αιώνας των αιώνων, μετά πάσης ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης εξ όλης μου της ψυχής, της διανοίας και της καρδίας μου, λέγω και επαναλαμβάνω κάθε μέρα.

Εδώ τελειώνει μια περίοδος, η οποία μετά τις μικρές μου σπουδές καλύπτεται από σύντομη υπαλληλική ζωή και κυριαρχείται ιδίως από δέκα και πλέον χρόνια στρατιωτικής υπηρεσίας. Περίοδος χωρίς κανένα πνευματικό περιεχόμενο. Ματαιοδοξία μωρά, φιλοχρηματία, θρησκευτικός τυπικισμός και επιφανειακή ευσέβια, συνταίριασμα «Θεού και μαμωνά». «Άμα περνάς από κανένα εξωκλήσι», μου είχε πει η μάννα μου, η ευσεβέστατη μάνα μου, στις προσευχές της οποίας οφείλω κατά πολύ τη ζωή μου, «να ανάβεις τα καντήλια», πράγμα που και έκανα τότε επιμελώς.

Όταν όμως γύρισα από τη Σμύρνη, διασωθείς κατά θαυματουργικό, όπως ανέφερα τρόπο, και ξεκουράστηκα λίγο, το θρησκευτικό μου αίσθημα είχεν αυξηθεί κατά πολύ. Μετάνοια έντονη για την προηγούμενη αδιάφορη προς τον Θεό και αμαρτωλή ζωή μου ακολούθησε. Δεν άφηνα ευκαιρία, όπου λειτουργίες και θρησκευτικές συναθροίσεις ήμουν «πρώτος και καλύτερος». Όλες οι εικόνες των εκκλησιών με γνωρίζουν, διότι όλες τις φιλούσα, προσέχων μη πραλείψω καμμιά. Όταν δε ο παπάς εδιάβαζε κάποια ευχή σε κάποιον, έσκυβα κι εγώ το κεφάλι μου, να πάρω κι εγώ χάρη κι ευλογία. Είχα και ένα φωτισμένο σχετικά και καλό εξομολόγο καλόγηρο από το Άγιο Όρος. Όλα τάξερε και σε πολλά νεοτέριζε, μόνο ένα δεν ήξερε να μου πει ο ευλογημένος, ότι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ σώζει αμαρτωλούς, σ’Αυτόν να δώσω την καρδιά μου, και να διαβάζω την Αγία Γραφή.

Τότε γινόταν τα κηρύγματα στη Βουλή από τον σπουδαίο ιεροκήρυκα –επιστήμονα θεολόγο –και πιστόν Ευαγγελικόν και άξιον πράγματι άνθρωπο, παππαδοπαίδι, τον Ξενοφώντα Μόσχου, ο οποίος είχεν έρθει και αυτός ως πρόσφυγας από την Σμύρνη, και ανέλαβεν εδώ καθήκοντα του ποιμένος της Β΄ Ευαγγελικής Εκκλησίας Αθηνών, που εστεγάζετο σε κάποια παράγκα στο Κουκάκι, και συγχρόνως κήρυττε και στη Βουλή. Δεν ξέρω ποιος με σύστησε σ’αυτόν. Ίσως ο κ. Σειρηνίδης, υπάλληλος της Βιβλικής Εταιρείας, όπου πηγαινα ταχτικά, διότι, ας σημειωθεί και τούτο: Το πρώτο πράγμα που αποφάσισα μόλις έμαθα ότι υπάρχει Γραφή και Βιβλική Εταιρεία είναι το ότι επήγα και αγόρασα σε μεγάλη ποσότητα  Γραφές και τις μοίραζα δωρεάν. Έτσι από κει, φαίνεται, έμαθα για τον κ. Μόσχου. Τα κηρύγματά του μου έκαναν τόση εντύπωση, σαν δροσερό νερό σε διψώσα και ξηρά γη, πότιζαν την καρδιά μου, ώστε πηγαίνοντας σπίτι μου τα αντέγραφα. Έτσι μεγάλη αλλαγή έγινε μέσα μου, και μ’έκαναν και μέλος της Β΄ Ευαγγελικής Εκκλησίας, ενώ δεν τόθελα ακόμη, διότι δεν ήμουν ώριμος να αλλάξω το ορθόδοξο δόγμα.

Τέλος, μια βραδιά που κοιμώμουν βλέπω στον ύπνο μου ένα φως που κατέβαινε από τον ουρανό στο κεφάλι μου, και άκουσα κι ένα ορθόδοξο ύμνο, που έλεγε: «Ευφραινέσθω τα ουράνια, αγαλλιάσθω τα επίγεια κ.λ.π.». Πιστεύω ότι ο Θεός μου έδειχνε δι’ αυτού ότι αυτή η «χαρά» που γίνεται μεταξύ των αγγέλων του Θεού δι’ ένα αμαρτωλόν που μετανοεί (Λουκά ιε΄ 10) έγινε και για μένα. Έτσι, έκτοτε πιστεύω και εξ «αποκαλύψεως» αλλά και πείρας, φυσικά ότι είμαι του Κυρίου με θετική και βέβαιη αναγέννηση διά του Αγίου Πνεύματος (Ιωάν. γ΄ 16). Και δοξάζω τον Θεό και τον ευχαριστώ νύχτα-μέρα «διότι, όπου επερρίσσευσεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις (Ρωμ. ε΄20) και ότι «κάλαμον συντετριμμένον» (ραγισμένο) δεν θέλει σπάσει, και λυχνάρι που καπνίζει δεν θα το σβήση (Ματθ. ιβ΄20). Συγχρόνως άρχισα να εκδίδω και μοιράζω δωρεάν κάτι μικρά φυλλάδια ευαγγελιστικά, κατά δεκάδες χιλιάδων έκαστον, με τον τίτλο «Εν μικρόν κήρυγμα». Για ένα εξ αυτών με τον τίτλον «Εγώ είμαι η θύρα» καταγγελθείς επί προσηλυτισμώ, πέρασα από το 3μελές, αθωωθείς ως εκ θαύματος. Εκρίθη αυστηρά διότι μοιράσθηκε σε παιδιά του Σχολείου, και δεν έγραφε απάνω την ρήτραν «Ευαγγελικών αρχών». Το ίδιο έργο της εκδόσεως σε μεγαλύτερη κλίμακα, κάνω, χάριτι Θεού και τώρα με κίνδυνο διώξεως, αν και δεν θίγει ποσώς την ορθοδοξίαν. «Μετανοείτε και πιστεύετε εις το Ευαγγέλιον» (Ματθ. α΄15) είναι πάντοτε το «έμβλημά» του και «ΙΗΣΟΥΝ και μόνον εσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. β΄2) είναι το θέμα του.

Αυτή η μακρά περίοδος της διαμονής μου στην Αθήνα μετά την Μικρασιατικήν καταστροφήν είναι και η καλυτέρα της ζωής μου μέχρι σήμερον. Περίοδος σωτηρίας της ψυχής μου και καθημερινής τονώσεώς μου και αυξήσεως εις ΧΡΙΣΤΟΝ. Περικλείει  δε και τα σπουδαιότερα γεγονότα της ζωής μου. Κατ’αυτήν, επανελθών εκ Σμύρνης, απογοητευμένος και κουρασμένος, αποφάσισα και παραιτήθηκα απ’ το Στρατό. Κατά κόσμον, δεν έκανα καλά. Ο αξιομνημόνευτος Στρατηγός Κουρουσόπουλος, μ’εκάλεσε και θέλησε να με αποτρέψει, ώστε να αλλάξω γνώμη και να μείνω στο στρατό. Είχα την καλύτερη σειρά προαγωγής μεταξύ των συναδέλφων μου και την ανώτερη αρχαιότητα, διότι ως «αξιωματικός της Αμύνης, επί Βενιζέλου, μου είχαν προστεθεί και τρεις μήνες παραπάνω αρχαιότητος κατά νόμον. Άλλοι κατώτεροί μου, έφθασαν να γίνουν και στρατηγοί. Σε μένα, ως «αφιερωμένον» όπως προανέφερα εις τον Κύριον, δεν επέτρεψεν ο Θεός να θέλω να μείνω στο στρατό, διότι όπως λέει η Γραφή «τα διαβήματα του ανθρώου διευθύνονται από του Κυρίου». Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θέλει γνωρίσει την οδόν αυτού;» (Παρ. κ΄24). Και ο προφήτης το βεβαιοί λέγων «Κύριε, γνωρίζω ότι η οδός του ανθρώπου δεν εξαρτάται απ’αυτού. Του περιπατούντος ανθρώπου δεν είναι το να κατευθύνει τα διαβήματα αυτού» (Ιερ. ι΄ 23). Αυτά τα εδάφια με παρηγορούν έκτοτε μέχρι σήμερα. Με την επιστροφήν μου, εν μετανοία και πίστει ειλικρινεί και από καρδιάς εις τον Θεόν θα «έβαζα μυαλό» πνευματικό και όλα θα πήγαιναν καλά με τη χάρη του στο μέλλον και σ’εκείνα που έσφαλα, διότι και πολλά σφάλματα έκανα εν απιστία. Πλήν «οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος» (Ψαλ. ργ΄) και «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλ ρια΄ 10, Παρ θ΄10).

Στις 28 Οκτωβρίου 1928 παντρεύθηκα την Ευαγγελικών γονέων, Διονυσίου και Φανής Σερετάκου, θυγατέρα Θάλειαν ως ιδιωτικός υπάλληλος πλέον, στην Α΄ Ευαγγελική Εκκλησίαν Αθηνών. Ο μισθός μου ήταν 5.500 μηνιαίως και τον κατέθετα διά της γυναικός μου στην πεθεράν μου, χήραν με δύο αγόρια και δυο κορίτσια, εξ ων το ένα η γυναίκα μου, ανήλικα όλα, με την απόφασιν και την βεβαιότητα να βοηθήσω, με την ένωσιν και του δικού της εκ της ραπτικής πτωχού εισοδήματος, όλην την οικογένειαν. Όταν δε ετοιμαζόταν να έρθη, με την χάριν του Θεού το πρώτο μου παιδί, ο Γιάννης στον κόσμο, και ήρθε την 14.9.29, προσευχόμουν θερμώς στον Θεό, ώστε ο μισθός μου, από 5.500.- να γίνει 7.000.-διότι και τα έξοδα με το παιδί θα αυξανόταν. Προσευχόμουν και εργαζόμουν νύχτα-μέρα σκληρά ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της ανωνύμου εταιρείας θαλασσίων και υδραυλικών έργων «΄Ερθα» της οποίας ο γενικός διευθυντής και μεγαλύτερος μέτοχός της, πολύ εργατικός, με βρήκε πολλές φορές να κλείνω το γραφείο τη νύχτα, και όταν ήρθε η μέρα της εγκρίσεως του ισολογισμού από το Συμβούλιο της Εταιρείας, μ’εκάλεσε 2-3 φορές να δώσω εξηγήσεις διαφόρων κονδυλίων. Στο τέλος δε προτείνει στο Συμβούλιο να μου δοθεί αύξησις, διότι ήμουν καλός υπάλληλος, εργατικός και επιμελής. Κι έρχεται το ζήτημα του ποσού της αυξήσεως. Ο ένας σύμβουλος είπε να μου δώσουν 500 δραχμές ακόμα. Τότε η δραχμή είχε αξία. Ένας άλλος είπε 1.000 και τέλος ένας άλλος προσθέτει δώστε του 7.000.- αφού και οι δουλειές μας πάνε καλά. Σε κανένα άλλον υπάλληλο δεν δώσανε αύξηση τότε, για να φανερωθεί και πιστοποιηθεί ότι τούτο ήταν η απάντηση του Θεού στην προσευχή μου, που του ζητούσα αυτό ακριβώς το ποσόν. Μεγάλα τα έργα του Κυρίου, ο οποίος μας παρακολουθεί σ’όλες τις περιστάσεις και ανάγκες της ζωής μας, όλους του πιστούς. Δόξα στο όνομά Του. Αυτή ήταν η καλύτερη αύξηση μισθού, διότι δεν την ζήτησα από άνθρωπο, αλλά από τον Θεό και μόνον.

Εργαζόμενος το βιωτικό μου έργο, εξέδιδα συνεχώς και μοίραζα φυλλάδια, κατά δε το έτος 1946, έπεσε στα χέρια μου ένα φύλλο από αγγλικό ημεροδείκτη χριστιανικού περιεχομένου. Μου άρεσε πολύ, και ο Θεός έβαλε στην καρδιά μου να τυπώσω ένα όμοιο και στα Ελληνικά.

Εν τω μεταξύ ο Θεός μας έδωκε και δεύτερο παιδί, τη θυγατέρα μας Βασιλική –Σιών (Έφη) στις 31 Ιουλίου του 1931. Εχτίσαμε δε με τη γυναίκα μου και ιδιόκτητο σπίτι σ’ένα από τα καλύτερα μέρη του Παλαιού Ψυχικού, μ’ένα μικρό θαυμάσιο άλσος από πεύκα μπροστά μας, πίσω από το Αρσάκειο θηλέων του Ψυχικού, για το οποίον νύχτα-μέρα ευχαριστούμε τον Θεό, που μας τόδωκε, τόσο για την ομορφιά του, όσο και για την ησυχία του. Σ’αυτό γεννήθηκε ο Γιώργος την 11 Δεκεμβρίου 1937. Το σπίτι χτίστηκε και μπήκαμε μέσα τον Δεκέμβριον του 1936. Έτσι, γλυτώσαμε, με τη χάρη του Θεού, από τα νοικιάρικα και τις ταλαιπωρίες των μετοικήσεων και μένουμε μέχρι σήμερα σ’αυτό, σαν μέσα σ’ ένα κομμάτι του Παραδείσου, ευλογούντες και ευχαριστούντες νύχτα-μέρα ΕΚΕΙΝΟΝ, εξ ου πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον εστι καταβαίνον (Ιακ α΄17). Εγώ μάλιστα που έχω το γραφείο μου μπροστά σε δύο παράθυρα προς το άλσος, απολαμβάνω αυτό εργαζόμενος από πρωΐας και μέχρι νυχτός, τόσο από το γραφείο μου, όσο και από την προ αυτού ευρύχωρη βεράντα. «Δόξα τω Θεώ». Ναι, ναι. «Ευλογητός Κύριος, όστις καθ’ημέραν επιφορτίζει εις ημάς αγαθά, ο Θεός της σωτηρίας ημών» (Ψαλ ξη΄19). «Τι ν’ανταποδώσω εις τον Κύριον, δια πάσας τας ευεργεσίας αυτού προς εμέ;» (Ψαλ ρις΄12) «... καρπόν χειλέων ομολογούντων το όνομα αυτού» (Εβρ ιγ΄15). «Αίνει η ψυχή μου Κύριον» (Ψαλ ρμς΄1).

Τώρα έρχομαι στο ημερολόγιο. Τον ΗΜΕΡΟΔΕΙΚΤΗΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ που είναι και το σπουδαιότερο έργο που μου έκαμε ο Θεός την τιμήν, παρ’αξίαν, και με αξίωσε να τον συντάσσω, επιμελούμαι και εκδίδω, επί 35 (τριάντα πέντε) ολόκληρα χρόνια συνεχώς, άνευ διακοπής, παρ’όλες τις δυσκολίες, εχθρότητες και αντιξοότητες, μάλιστα και κινδύνους εκ μέρους φανατικών ορθοδόξων. Λόγους δεν ευρίσκω επαρκείς για να ευχαριστήσω τον Θεόν δια τούτο. Άρχισα να το εργάζομαι από το 1946, και τον πρώτον «Ημεροδείκτην του Χριστιανού» που ετοίμασα και δημοσίευσα σε 5.000 αντίτυπα ήταν τους έτους 1947. Προχθές παρέδωκα στις «Εκδόσεις ο Λόγος» προς εκτύπωσιν τον ημεροδείκτην του 1981. Τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια, μια ζωή και μια συνεχής ευλογία εκ μέρους του Παντοδυνάμου Θεού, «εξ ου πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον εστί καταβαίνον» (Ιακ α΄17, Β΄Κορ γ, 5-6).

Ο πρώτος ημεροδείκτης του 1947, περιελάμβανε τρία εδάφια  εκ της Γραφής. Ένα προσευχής, ένα προτροπής και ένα ευχαριστίας και δοξολογίας. Επήγαινα ψηλαφητά και προσεκτικά, μήπως δώσω καμιά αφορμή διώξεως εκ μέρους των ορθοδόξων φανατικών, δια δογματικούς λόγους. Έτσι και προχώρησα μέχρι τέλους, να μη θίξω τους ορθοδόξους, δια τους οποίους κυρίως και εξεδόθη, διότι οι Ευαγγελικοί έχουν όλοι στα χέρια τους την Αγία Γραφή, την μελέτην της οποίας «εγκαίρως ακαίρως» (Β΄ Τιμ δ,2) συνιστά επιμόνως ο ΗΜΕΡΟΔΕΙΚΤΗΣ αυτός.

Όλα αυτά τα χρόνια εβελτιώνετο από έτους εις έτους και άπλωνε, διότι η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ήταν πάντοτε απάνω του. Η ζήτησή του απο το κοινόν, πάντοτε ηύξανε και η κατανάλωσίς του υπερέβη τις 50.000 αντιτύπων τον χρόνο. Αν και άλλοι καλοί ημεροδείκτες εξεδόθησαν εν τω μεταξύ, το κοινόν προτιμά αυτόν, και προχθές ήρθαν εδώ Γερμανοί ιεροκήρυκες για να κλείσουν συμφωνία παραδόσεως εις αυτούς δια τους εκεί  Έλληνας ενός μεγάλου αριθμού αντιτύπων του 1981. Πρό τινων ετών τους εστέλναμε από δω ή τον φωτοτυπούσαν και τον εξέδιδαν εκεί εις άνω των 22.000 αντιτύπων.

Μέχρι του 20ου εικοστού έτους της ηλικίας του, δηλαδή από της εκδόσεώς του, τον εργαζόμην καθ’όλα μόνος μου, μετά της συζύγου μου. Είχε δηλαδή ανδρωθή ο ημεροδείκτης όταν προσέλαβα ως συνεταίρον μου, διά το έργον της διαθέσεως αυτού, τυπογραφεία, λογαριασμούς, ταχυδρομεία, τράπεζες, αλληλογραφία κ.λ.π. τον κ. Μπούκην, πλην της συγγραφής και συνθέσεως αυτού, τα οποία εκράτησα ζηλοτύπως για τον εαυτό μου. Ε, αυτό δεν ήταν εις θέσιν να το κάμη άλλωστε ο κ. Μπούκης. Εμένα με βοήθησαν στην συγγραφή αυτού και μερικά βιβλία αγγλικά, με ιστοριούλες, παραδείγματα κ.λ.π. απαραίτητα για τους ιεροκήρυκες και γραμμένα από τους μεγαλύτερους ιεροκήρυκες και θεολόγους του κόσμου. Τις μεταφράζω, τις προσαρμόζω στην Ελληνική πραγματικότητα, τις βελτιώνω, χρωματίζων όσο μπορώ ζωηρότερα το εξιλαστήριον έργο του «ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΗΣΟΥ και τούτου εσταυρωμένου» (Α΄ Κορ β,2) καθώς και το «Μετανοείτε και πιστεύετε εις το Ευαγγέλιον» (Μαρκ α΄15), κατά την χάριν και δωρεάν του ΧΡΙΣΤΟΥ σε μένα, δηλαδή τονίζω την βάση και την ουσία του Ευαγγελίου.

Προτού να προσλάβω τον κ. Μπούκην, ως συνεταίρον μου, μετά 20 χρόνια από της εκδόσεώς του, όλην την εργασία, που ήλθεν αυτός να κάνει την έκανε η σύζυγός μου. Δηλαδή τυπογραφεία, συσκευές, μεταφορές, τράπεζες, ταχυδρομεία, βιβλιοπωλεία  και λοιπά, τα έκανε όλα η γυναίκα μου. Διττώς με εβοήθησε, και αυτό από πάσης πλευράς, αφ’ενός διότι, με την αποτελεσματική βοήθειά της, και απερίσπαστον με άφησε στη δουλειά μου της συντάξεως αυτού κλπ, αλλά και θετικώς και ενεργώς με εβοήθησεν κατά πάντα τρόπον.  Μάλιστα στην αρχή, οπότε το ημερολόγιο ήταν άγνωστο, και έπρεπε να διαδοθεί και να «πιάσει» όπως και χάριτι Θεού «έπιασε». Με δυσβάσταχτα βάρη ημεροδεικτών ανέβαινε τα 78 περίπου σκαλοπάτια της Ελευθέρας Ευαγγελικής Εκκλησίας στην οδόν Λυκούργου 18 και με λιγώτερα στις άλλες εκκλησίες. Οφείλω να εξάρω την τάξη, την μέθοδο, την εργατικότητα και το ζήλο της γενικά. Αλλά και το σπίτι, σπίτι και τα μικρά μας παιδιά, κουζίνες πλυντήρια κ.λ.π. κ.λ.π. όλα εντάξει. Μου θυμίζει εκείνο που άκουσα σε κάποιο κήρυγμα: «Είδες άνδρα να ανεβαίνη ψηλά, κοίταξε κάτω, τη σκάλα που κρατεί η γυναίκα του». Στις αρρώστιες μου φύλαξ άγγελος δίπλα μου. Γενικά πιστή και αφοσιωμένη σύζυγος και μητέρα. Ο Θεός να την ευλογεί και της αποδώση στο εκατονταπλάσιο τους κόπους αυτής και τις θυσίες αυτής δι εμέ προσωπικά καθώς και για όλη την οικογένεια.

Δεν ήθελα να παραλείψω να μνημονεύσω και ένα βιβλίο, που ο Θεός με αξίωσε να εκδώσω σε τρεις μάλιστα αλληλοδιάδοχες εκδόσεις, από 2000 και πλέον αν ενθυμούμαι καλώς και αι δύο πρώτες του εκδόσεις. Είναι το βιβλίο «35 Χριστιανικές Ιστορίες» παραδείγματα και προτροπές, που είναι μια συλλογή των καλυτέρων ευαγγελιστικών φυλλαδίων που εξέδωκα κατά καιρούς εις δεκάδες χιλιάδων αντιτύπων έκαστον. Είναι ένα ωραίο, ευχάριστο και ψυχωφελέστατο βιβλίο, ζεστασιά για τον χειμώνα, δροσιά για το καλοκαίρι. Είχε καλή ζήτηση. Και έχω ετοιμάσει το υλικό για συνέχιση της εκδόσεως και δευτέρου και τρίτου τόμου, πλην δεν βλέπω ότι ο Θεός θα μου δώση την αναγκαίαν παράταση, εν υγεία της ζωής μου προς τον σκοπόν αυτόν καθώς και την έκδοσιν και μερικών ακόμη φυλλαδίων, αποβλεπόντων στην προβολήν της αγνοουμένης μεταξύ των ορθοδόξων Αγίας Γραφής. Αν και εσχάτως κάποια σχετική κίνησις άρχισε μελέτης αυτής και μεταξύ των Ορθοδόξων. Έτσι ήθελα να κλείσω την ζωή μου. Με την διανομήν της Αγίας Γραφής άρχισα την πενυματική μου ζωή. Με την προβολή της Αγίας Γραφής ήθελα και να τελειώσω. Πλην, ο Θεός ξέρει. Στα χέρια του είμαι. Είναι και άλλοι προς τούτο, πολύ καλύτεροί μου. Ο Θεός έχει τα κατάλληλα όργανά του για το κάθε τι που χρειάζεται. Ας έχη δόξα το όνομά του. Μακάρι και τα παιδιά μου, -εγγόνια κ.λ.π. να ενδιαφερθούν πολύ περισσότερο από μένα, για το έργο και τη δόξα του Κυρίου. Αμήν.

Ως προς τον σύνδεσμον των «Γεδεωνιτών» προς ΔΩΡΕΑΝ διανομήν της Αγίας Γραφής εις Ξενοδοχεία και άλλα Ιδρύματα, του οποιου υπήρξα ένα από τα ιδρυτικά του στελέχη, επειδή δεν αξιώθηκα να τον υπηρετήσω όπως ήθελα, και όπως άλλοι συνάδελφοι στο έργο αυτό, ο Θεός με παρηγόρησε με το να με αξιώση να μπορέσω να αποσπάσω, κατόπιν επανειλημμένων μεταβάσεων και παρακλήσεων στα Γραφεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, μιάν εγκύκλιον προς όλα τα Ξενοδοχεία της χώρας, προτρέπουσαν αυτά να προμηθευθούν όλα ΔΩΡΕΑΝ την Αγίαν Γραφήν για τους εκείθεν διερχομένους πελάτας τους, όπως γίνεται και με τα Ξενοδοχεία όλου του κόσμου. Η εγκύκλιος αυτή έφερε θαυμαστά αποτελέσματα και ανατυπώθηκε και εστάλη σ’αυτά πολλές φορές. Το λέγω, όχι προς καύχησιν, διότι το έργον είναι του Κυρίου  «εξ ου πάσα δόσις αγαθή» (Ιακ α΄17) αλλά δια την ιστορική και ίνα ευχαριστήσω τον Θεόν που με αξίωσε με αυτό να αφήσω ίχνη διαβάσεως από τον ιερόν αυτόν σύνδεσμον, αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο καλύτερο, προς δόξαν Θεού στον σύνδεσμον αυτόν. Είμαι έτοιμος να αναχωρήσω από την «παροικίαν» μου εις την ζωήν αυτήν, της οποίας και το «καλύτερον μέρος είναι κόπος και πόνος» (Ψαλ 90,11). Ξέρω σε ποιον ανήκω, και ξέρω πού πάω, εκεί όπου είναι «πολύ πλέον καλύτερον» (Φιλ α΄23), εκεί όπου ο ΧΡΙΣΤΟΣ  ετοίμασε «τόπον» δια τους αγαπώντας αυτόν (Α΄ Κορ 6,9  Ιωαν ιδ΄23), εκεί που πήγε ο μετανοήσας και πιστεύσας επί του σταυρού ληστής, και τούτο όχι από αξία δική μου, μη γένοιτο και να το σκεφθώ αυτό, αλλά από ΧΑΡΗ δική Του. Διότι, «όπου επερίσσευσεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η ΧΑΡΙΣ» (Ρωμ ε΄20). Όπως εδώ στον κόσμον αυτόν η μεγαλυτέρα μου χαρά είναι να δοξολογώ το όνομά Του, «το υπέρτερον πάσης ευλογίας και αινέσεως» (Νεεμ θ΄5), έτσι κι εκεί μετά αγίων, αγγέλων, δυνάμεων και εξουσιών και όλης της Εκκλησίας Του, να υμνώ τον Θεόν με επί κεφαλής τον ΣΩΤΗΡΑ μου ΧΡΙΣΤΟΝ, εις τον οποίον ανήκει όλη η δόξα, η τιμή, και η προσκύνησις εις αιώνας αιώνων. Αμήν (Αποκ α΄5).

Από τις Ευαγγελικές Εκκλησίες επροτίμησα την Ελευθέραν Ευαγγελικήν Εκκλησίαν, χάρις στον δυναμικόν και πολύ χαρισματούχον ιδρυτήν, εργάτην και διδάσκαλον αυτής Κων. Μεταλληνόν. Αυτής έχω την τιμήν να είμαι και ελάχιστον μέλος του πρεσβυτερίου της.

Εν τω μεταξύ εγώ, με τη χάρη του Θεού, όσον καιρό, ημέρες, βδομάδες ή μήνες ήθελεν Αυτός να με αφήση επί της γης αυτής, θα εξακολουθώ ως «αφιερωμένος» εις Αυτόν εκ κοιλίας μητρός μου, δούλος Του, θα εξακολουθώ πιστώς να Τον τιμώ, ευχαριστώ και δοξολογώ με τα λόγια του Ψαλμωδού (Ψαλ πα΄12) που ταιριάζουν και σε μένα και θα λέγω, όπως κάνω και κάθε μέρα και νύχτα αυτήν την περίοδον της ασθενείας μου λέγων «Θέλω σε αινεί, Κύριε ο Θεός μου, εν όλη τη καρδία μου, και θέλω δοξάζει το όνομά Σου εις τον αιώνα, διότι μέγα το εμέ έλεός Σου, και ηλευθέρωσας την ψυχήν μου εξ Άδου κατωτάτου» εν συνδυασμώ με τον Ψαλμόν μ΄ (40) του ψαλμωδού Δαβίδ επίσης.

Δεν χρειάζεται νομίζω ιδιαίτερη σύσταση στα παιδιά μου να αγαπούν και σέβονται την μητέρα τους που θυσιάστηκε να τα μεγαλώση και σπουδάση. «Τίμα τον πατέρα σου και την ΜΗΤΕΡΑ σου» λέγει η Γραφή, «ίνα σου γείνη καλό, και για να είσαι μακροχρόνιος επί της γης». Ας μη λησμονούν την μεγάλην αυτήν αλήθειαν και παραγγελιάν του Θεού, καθώς και την μισθαποδοσίαν που έχει. Άλλωστε έχουν και αυτά παιδιά.

Ψυχικό 8/5/80

Ζ. Παπακωνσταντίνου


Ο Κύριος τον εκάλεσε στις 10.6.80

Ι.Π.

Τελευταία Ενημέρωση ( Τετάρτη, 07 Ιούλιος 2010 17:40 )