(Το κείμενο που ακολουθεί είναι η εμπειρία ζωής του Μανώλη Καμπανάου όπως εκείνος την αφηγήθηκε λίγο πριν φύγει από την ζωή. Για λόγους σκοπιμότητας διατηρήθηκε η αφήγησή του ατόφια με ελάχιστες παρεμβάσεις στο κείμενο).

 

Ο πατέρας μου είχε 7 παιδιά. Τον Γιώργο, τον μεγάλο, τον έστειλε στην Αθήνα στον Δημόπουλο – αυτός ήταν από την Αίγινα – που είχε μαγαζί, επιπλοποιείο, να μάθει την τέχνη του επιπλοποιού. Έμενε τότε στα Πετράλωνα όπως και ο Σπύρος. Μαζί τους ήταν και ο κος Μεταλληνός. Είχαν ομιλίες και μελέτες μεταξύ τους. Συναντά τον Γιώργο ο κος Μεταλληνός και του δίνει μια Καινή Διαθήκη. Εκείνος όμως δεν την άνοιξε. Ήτανε πολύ του γλεντιού.

Μια μέρα, ο Δημόπουλος και ο Σπύρος πού πήγαιναν στην Α΄ Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία είπαν: Δεν παίρνουμε τον Γιώργο ν’ ακούσει κανένα κήρυγμα; Έτσι κι έκαναν. Εκεί μιλούσε τότε ο Καλαποθάκης. Μόλις μπήκανε στην εκκλησία το πρώτο πράγμα που του έκανε εντύπωση ήταν ένα  κουτί που έγραφε: «υπέρ των πτωχών» .. Στο εργαστήριο (επιπλοποιείο) μιλούσαν περί Θεού. Από τότε ο αδερφός μου άρχισε κι αυτός να διαβάζει την Καινή Διαθήκη. Ρώταγε – είχε απορίες, απορίες πολλές­-  και ο Θεός τον επισκέφθηκε.

Αργότερα –βρισκόμαστε γύρω από το 1918 – 20 στο ναυτικό που υπηρέτησε ο Γιώργος, γνωρίστηκε με τον Γκίκα από το Κορωπί. Το πολεμικό μας πλοίο «Αβέρωφ», στο οποίο υπηρέτησε νοσοκόμος – ήτανε και ο Μουτσόπουλος κελευστής, ταξίδεψε στη Σμύρνη. Εκεί συνάντησε τον Μόσχου που μιλούσε σε μια αίθουσα, στη Σμύρνη. Πήγαιναν να τον ακούσουν όλοι μαζί. Την εποχή εκείνη αποκάλυψε ο Θεός στον Μόσχου ότι η Σμύρνη θα καταστραφεί. Όσοι λοιπόν το άκουσαν από το ποίμνιό του, και το πίστεψαν, σηκώθηκαν και έφυγαν μαζί με τον Μόσχου στην Αθήνα.

Όταν απολύθηκε ο Γιώργος Καμπανάου πήγε στην Αίγινα και άνοιξε μαγαζί. Το Πνεύμα του Θεού είχε ήδη ενεργήσει θαυμαστά μέσα του. Παντρεύτηκε... άρχισε λοιπόν να κάνει συγεντρώσεις στο σπίτι του. Μαζευόντουσαν 2-3, κι αυτός που τα θυμάται όλα αυτά.

Εκείνη την εποχή παρουσιάστηκε ο Αρχιμανδρίτης Φωστίνης, ο οποίος ήθελε να μας εξοντώσει. Τότε ακριβώς – γύρω στο 1926, επειδή έβλεπα ότι ο κόσμος ήταν τόσο εναντίον των αδερφών μου και γενικά της οικογένειάς μας, άρχισα κατά κάποιο τρόπο να τους υπερασπίζομαι.

Εκείνη την εποχή παρουσιάστηκε στην Αίγινα ο κ. Τσαμούρης, ο οποίος πήγαινε τακτικά στην Αίγινα τις Κυριακές. Ο κ. Τσαμούρης ήταν φίλος του Διονυσίου Σερετάκου, πατέρα της Θάλειας Παπακωνσταντίνου. (Ήμουν ναύτης το 1923 όταν με πήρε ο Τσαμούρης στον κύκλο του Διον. Σερετάκου). Ο κ. Τσαμούρης κάθε Σάββατο μίλαγε στο σπίτι της οικογένειας Διονυσίου και Φανής Σερετάκου που έμεναν στα Πευκάκια, Αγ. Νικολάου, στην οδό Ιπποκράτους. Εκεί συγκεντρωνόντουσαν καμιά δεκαριά αδελφοί, όπως οι αδελφές Ασκητοπούλου, η Ντόρα Καρτερούλη, η αδερφή της (αργότερα Ευελπίδου), η Κατσουλάκου, ο Π. Παναγιωτάκος, ο Γεώρ. Γοδέβενος, ο Μαυρομάτης και άλλοι. Ήταν ένας ευλογημένος κύκλος.

Μου λέει ο Τσαμούρης κι εμένα: «Μανώλη, δεν έρχεσαι να σε πάω σ’ ένα κύκλο που μιλάνε τα Σάββατα;» Ήμουν πια έτοιμος. Πήγα κανα-δυο Σάββατα. Σ’ ένα από αυτά ο μικρότερος γιος του Διον. Σερετάκου, Ηλίας, απήγγειλε ένα ποίημα «Ο τυφλός προ του Σταυρού». Ήταν τότε που συγκινήθηκα με το ποίημα αυτό και ο Θεός μου άγγιξε την καρδιά για πρώτη φορά. Αυτό το ποίημα μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ξέχασα να πω, πως νωρίτερα, το 1923, κάπου γνώρισα τον Λωρεντζάκο ο οποίος έκανε συγκεντρώσεις στο σπίτι της γυναίκας του Χατζηιωάννου. Ήταν τότε που γνώρισα τον Τσαμούρη και μου έδωσε μια Καινή Διαθήκη. Εκεί έψαλλαν «ο Θεός ας είναι μεθ’ ημών». Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η χαρά που είχαν οι αδελφοί. Θυμάμαι και μετά το 1923 με πήρε (όπως ανέφερα πιο πάνω) ο Τσαμούρης στο σπίτι του Σερετάκου. Πάω στην Αίγινα αφού τέλειωσα από το Ναυτικό. Παντρεύτηκα και ενώθηκα κι εγώ μαζί με τ’ αδέλφια μου. Αλλά ο κόσμος βούιζε. Μας μούντζωναν όταν μας έβλεπαν και μας απειλούσαν ότι θα μας κρεμάσουν. Εγώ όμως μίλαγα για να μεταδώσω τη χάρη του Θεού και άρχισα να στερεώνομαι στην πίστη. Είχα βέβαια πολλες απορίες. Άρχισαν, τότε ακριβώς, να έρχονται στην Αίγινα πολλοί αδελφοί όπως ο Γ. Μπούκης, ο Στ. Πιτσιλός, ο Κάππος κ.ά. Τότε μας κατήγγειλαν για προσηλυτισμό. Στην δίκη που έγινε είχαν καλέσει και τον παπά της ενορίας. Τον ρώτησε ο δικαστής: «Τι ξέρεις εσύ γι’ αυτούς τους ανθρώπους;» «Ξέρω ότι πάνε από την εκκλησία στο σπίτι...κ.λ.π.».

Όταν παντρεύτηκα, ο γάμος έγινε κατά τον ευαγγελικό τύπο στην εκκλησία της Τερψιθέας στον Πειραιά. Μας πάντρεψε ο Ξ.Μόσχου. Ξέσπασε τώρα ένα μεγάλο και άγιο μίσος. Μας έριξαν τις ταμπέλες των μαγαζιών μας στη θάλασσα. Ο Διοικητής της αστυνομίας καλεί τον Γιώργο Καμπανάου και του λέει: «Σταματήσει να μιλάτε». «Εμείς θα μιλάμε όπως μας θέλει ο Κύριος». Με σημαίες τότε, μαζεύτηκαν οι καλόγριες και πολλοί άλλοι να μας διώξουν από την Αίγινα. Επενέβη και τους διέλυσε η χωροφυλακή.

Όχι λόγω των γεγονότων αλλά από άλλες αιτίες, σχεδόν όλοι από την Αίγινα, το 1938 – 1939 έφυγαν για την Αθήνα και τον Πειριά. Έτσι είχα μείενι μόνος στην Αίγινα. Κάθε Παρασκευή όμως πήγαινα στον Πειραιά. Σιγά-σιγά ήρθε η αδιαφορία και ο πνευματικός θάνατος κι άρχισα πάλι να μπερδεύομαι στον κόσμο. Αλλά ο Θεός ήταν κοντά μου. Ο διάβολος ήθελε να με εξοντώσει. Πέθανε η γυναίκα μου, η μάνα μου, η πεθερά μου, και ο πατέρας μου. Διαλύθηκε όλη μου η οικογένεια. Μόνος με την κόρη μου έμεινα. Κι είχα μεγάλη φτώχεια.

Αρρώστησα πολύ βαρειά. Έκανα εγχείριση στο Νσοοκομείο του Πειραιά. Φεύγω – επιστρέφω στην Αίγινα συνεχίζοντας εκεί ενέσεις. Απογοητευμένος πρόσπεσα στον Θεό να με βοηθήσει. Ο Θεός στέλνει στην Αίγνα έναν φίλο του Τσαμούρη, τον Πανταζόπουλο. Γνώριζε ο Πανταζόπουλος τότε έναν Καλαμάκη που του μίλησε περί Θεού. Μου λέει μια μέρα: «Δεν έρχεσαι κι εσύ κι ο Καλαμάκης να διαβάσουμε;». «Εγώ τίποτα ευαγγελικό δεν το θέλω» του λέει ο Καλαμάκης γιατί τότε πήγαινε στις ταβέρνες.

Αισθανόμουν μόνος και ήθελα κάποιον να βρω. Τότε ήρθε στην Αίγινα ο.... από μια άλλη εκκλησία και του λέω: «Δυο σημαίες δεν χωράνε, δεν χωράνε εδώ». Ήμουν μόνος, ήθελα με κάποιον να συναντηθώ να μιλήσουμε. Βρίσκω τον Καλαμάκη – που ήταν επίτροπος στην εκκλησία και του το είπα. Εγώ είχα τύψεις και ήθελα να μοιράσω Κ.Δ.

Αρχίσαμε να συναντιόμαστε στο σπίτι μου μαζί με την κόρη μου. Ο παπάς της ενορίας κατήγγειλε τον Καλαμάκη και τον διώχνουν από επίτροπο. Τότε ήρθε και ο Κουνάδης και ο γαμπρός μου και δυο γνωστοί του Καλαμάκη. Μαζευόμασταν έτσι καμιά δεκαριά. Αρχίσαμε τις Κυριακές και πηγαίναμε στου Καλαμάκη. Μόλις μας πήραν είδηση μας πετροβόλησαν άγρια. Η γυναίκα του Καλαμάκη συναντήθηκε με τον Αρχιμανδρίτη, ο οποίος της έβριζε και κακολογούσε τον άνδρα της και εμένα. Φεύγει και έρχεται στο σπίτι μου. Ήταν τότε που ο Θεός της έδωσε να καταλάβει πόσο την αγαπούσε. Γυρίζει τότε εκείνη στον Αρχιμανδρίτη και του απάντησε: «Ευχαριστώ τον Θεό που με ελευθέρωσε από τους τύπους». Έτσι προσετέθη και αυτή στους άλλους. Κάθε Κυριακή στο σπίτι μου μαζευόμαστε και λατρεύουμε τον Θεό. Μάλιστα, μια μέρα μαζεύτηκαν και πενήντα άτομα.

Ο διάβολος είχε λυσσάξει να μας αφανίσει. Πολλοί ερχόντουσαν από Αθήνα και Πειραιά να μας ενισχύσουν. Προσπάθησα να πάρω άδεια για να μη μας τραβάνε στα δικαστήρια. Όταν βρήκαμε την άδεια, την είχε βγάλει ο Μόσχου στο όνομα του Γεωργ. Καμπανάου. Τότε τους είχαν πάει στο δικαστήριο και ο Χατζηαντωνίου την μετέφερε στο όνομά μου. Η νέα άδεια όμως άργησε να έρθει και μια Κυριακή έρχονται δυο χωροφύλακες να με πάρουν μέσα. Τους λέω «θα περιμένετε να τελειώσει το κήρυγμα και μετά θα έρθω». Έτσι κι έγινε. Με πάνε στη χωροφυλακή και εκεί ήταν ο Ηλίας ο οποίος είχε βρει στο συρτάρι μου την άδεια που είχε ήδη έρθει. Αλλά την είχα βάλει στο συρτάρι μου χωρίς να ξέρω ότι είναι η άδεια. Έτσι με έστειλαν πίσω σπίτι μου.

Κτίριο δεν είχαμε για εκκλησία. Είχαν όμως αγοράσει ένα οικόπεδο το 1930 στο όνομα του Στ. Πιτσιλού.

Το 1950 ξαναπαντρεύομαι την Μαρία Τρομπέτα από την Κεφαλλονιά. Την πήρα στην Αίγινα και εξακολουθούμε να συγκεντρωνόμαστε. Θυμηθήκαμε το οικόπεδο και άρχισα να στέλνω πέτρες στο οικόπεδο. Μια Κυριακή πάει ο Δεληγιαννίδης με τον Βίτερ στην Αίγινα να δουν τα αρχαία. Ακολούθως μίλησε στους αδελφούς στην εκκλησία. Η Μαρίκα Κ. Ειδοποίησε πολλούς αδελφούς να πάνε ν’ ακούσουν τον Βίτερ. Θα μαζεύτηκαν κάπου πενήντα άτομα.

Μου λέει ο Βίτερ: «Αν είχες κανένα οικοπεδάκι να χτίζαμε μια εκκλησία να χωρέσετε». Και του απαντάω: «Οικόπεδο υπάρχει αλλά μετά δεν έχω ούτε δραχμή». «Πάμε να δούμε το οικόπεδο» μου λέει ο Βίτερ. Το φωτογραφίζει και το στέλνει στην Ελβετία. Γίνεται εκεί έρανος και μάζεψαν 30.000 δραχμές. Τα στέλνουν στην Ελλάδα και έγιναν σε λίγες μέρες 60.000 επί Μαρκεζίνη. Το οικόπεδο όμως ήταν ελλιπές, χρειάζονταν ακόμη 15 μέτρα. Τελικά όμως, βρέθηκε κάποιος οικοδόμος και ανέλαβε να πάρει την άδεια για να το κτίσει νόμιμα. Τη μελέτη την έκανε ο Βασίλης Μαρκάκης. Όταν μετ’ όλίγας ημέρας άρχισε το κτίσιμο οι παπάδες ειδοποίησαν την αστυνομία η οποία πήγε να τους σταματήσει. Ειδοποιώ  τον Διοικητή, ο οποίος όπως φαίνεται είχε φόβο Θεού, και αφού εξέτασε και είδε ότι είχαν άδεια κ.λ.π. είπε στον αστυνόμο: «Άμα έρθουν οι παπάδες διώξε τους γιατί οι άνθρωποι έχουν άδεια»!

Τέλειωσε το κτίσιμο, σαν αίθουσα εκκλησίας, όχι σπίτι όπως είχε νομισθεί. Πάλι η χωροφυλακή. Γιατί δεν χωρίζουν δωμάτια... φωνές, αντάρες. Τελικά υποχώρησε και η χωροφυλακή.

Ήρθε η ώρα των εγκαινίων και ήρθαν από την Αθήνα αρκετοί αδελφοί. Μαζί τους και ο Λάνδρου, ο οποίος και μίλησε τότε.

Η εκκλησία αυτή γράφτηκε στη Σύνοδο και όχι στο όνομά μου. Μια μέρα επιχείρησαν να τους την κάψουν αλλά πρόλαβα και έσβησα τη φωτιά. Μετά από καιρό έρχεται από την Ύδρα ο Δεσπότης, και τι να δει. Η ταμπέλα της εκκλησίας έγραφε «Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Αίγινας». Καλεί τον Διοικητή της χωροφυλακής, συνάζει τους παπάδες. Απειλές. Άστραψε και βρόντηξε! Ο Διοικητής με καλεί και μου λέει: «Επειδή σε σέβομαι δεν σε στέλνω στη φυλακή. Αλλά θα βγάλεις την ταμπέλα. Όμως νύχτα, να μη σε δει κανένας και άλλη μέρα θα γράψεις Των οπαδών κ.λ.π. Θα γράψεις δηλαδή, αυτό που λέει η άδεια». Έτσι κι έγινε. Αλλά είχαμε τότε τον Αρχιμανδρίτη τον Κανάκη με το μέρος μας και μια μέρα είπε (στους παπάδες): «Εκεί πάνε οι αναγεννημένοι. Εμείς είμαστε παπαδάκια... και άλλα πολλά».

Η Μαρίκα, η γυναίκα μου, με βοήθησε πολύ, γενικά στην εκκλησία σε όλα τα ζητήματα.

 

(Οι πιο πάνω σημειώσεις του Μανώλη Καμπανάου, υπαγορεύθηκαν στην Θάλεια Ζ. Παπακωνσταντίνου στην «Λωίδα». Ο Μανώλης Καμπανάος – είχε φύγει ήδη η Μαρίκα του, είχε ήδη καταπέσει. Η μνήμη του  όμως ήταν άριστη, το ηθικό του ακόμη υψηλό. Η πίστη του φωτιά που έκαιγε)

Τελευταία Ενημέρωση ( Παρασκευή, 06 Αύγουστος 2010 16:43 )