Μαύρες Σελίδες απ' τη Μικρασιατική καταστροφή.

 

Κεφάλαιον 1ον

Ιδέα περί της 28ης Αυγούστου 1922.

 

Αυτή η 28η Αυγούστου θα μείνη χαραγμένη, σ' όλων των Σμυρνιών τα στήθη, που κάθησαν μέχρι τέλους, στο βίο τους και στην καρδιά τους βαθειά.. Μου φαίνεται πως ήταν μια μέρα που θα καταρώταν όλος ο κόσμος να μη υπάρξη, μια ημέρα που ενέπνει τη θλίψη, τη καταστροφή, την ερήμοση, την αρπαγή, την βίαν τη σφαγή . . . Όταν μόνον τα σκέπτεται ο νους του ανθρώπου αυτά, όχι να τα ιδή πραγματικά, φρικτά πονεί, συμπαθή.

 


Ήταν μια μέρα που η Ελληνική καρδιά πονούσε

που έβαψε στο αίμα της σταυρούς ατιμασμένους

άραγε τι ελπίδα ήταν στους σκοτωμένους;

θα τους εδιάβαζε παπάς για να ταφούνε . . .

Έκλαιγαν μάτια και καρδιές ατιμασμένων

μα πόσες μανάδες θρηνολογούσαν μακριά

στη πατρίδα μας πένθος, στη μικρή Ελλάδα

στ' αντικρυνά, πέρα στη δύση, αιγαίου νερά.


Δεν ξεύρω ποιος ο αίτιος ήταν, αλλά ξεύρω ότι οι μεγάλοι αρχηγοί αυτοί ήσαν οι αίτιοι, ήσαν οι υπεύθυνοι όλης αυτής της μεγάλης ήττας, αυτής της μεγάλης καταστροφής αυτού του ριζικού ξεριζώματος απ' την πατρίδα. 


Μερικές εικόνες της οπισθοχωρήσεως.

 

Ήμουν μαθητής του Γυμνασίου προ ενός μηνός όταν ο καθηγητής μας έλεγε καμιά φορά πώς ήταν η κατάσταση του μετώπου, μας έλεγε δε σχεδόν πάντοτε ενθαρρυντικά.

Τις τελευταίες ημέρες το μέτωπο εκρατείτο. Κιουτάχεια, Εσκή-σεχίρ, Αφιόν-καρα-χισάρ. Αι αποθήκαι ήσαν γεμάται από τρόφημα και όμως οι στρατιώται που εμάχοντο και εθυσίαζον την ζωήν για την αγαπημένη μας Ελλάδα, επαραπονούντο δια την τροφήν των. Ναι! Εθυσίαζον την ζωήν των διότι ήχαν ηττηθή, όχι διότι οι Τούρκοι ήσαν ισχυρότεροι αριθμητικώς ή τεχνικώς, αλλά διότι υπήρχαν πολύ πολύ μεγάλα στρατηγικά σφάλματα τα οποία στο τέλος ήσαν πια αδιόθρωτα: οπισθοχωρούσαν χωρίς τάξι και αι σφαίραι των εχθρών τους έβρισκαν απαρασκεύαστους και σε κείνη δε τη μεγάλη αμηχανία, ο καθείς στρατιώτης επροσπαθούσε μόνο τη δική του ζωή να γλυτώση. Τι να σου κάμει σύνολον στρατιωτών χωρίς αρχηγό και "ποίμνιον χωρίς ποιμένα". Πόσους αξιωματικούς δεν είδαν οι ταλαίπωροι, άλλον να τραβάη τα μαλλιά του και να φωνάζη "μας πιάσανε", άλλον να τινάζη τα μυαλά του με το περίστροφο στον αέρα, και πόσους και πόσους που δεν ήξεραν πού να οδηγηθούν και τι να πράξουν . . . ναι, έβλεπες στων ταλαίπωρων το πρόσωπον ζωγραφισμένη την αμηχανία, εις ελεεινήν κατάστασιν εβρισκομένους μετά δεκαπενθήμερον περίπου πορείαν, προς τα παράλια να επιστρέφουν, άλλοι χωρίς όπλα, άλλοι ανυπόδητοι, άλλοι με τα ιμάτια σχισμένα και οι περισσότεροι με μακράν γενιάδα, και εγκαταλείποντες τας θέσεις των, τα πυρομαχικά των όλα τα τηλεβόλα τα μυδραλιοβόλα ακόμη και αυτά τα όπλα των . . . το δε βαρύ πυροβολικόν που τρία χρόνια τα μετέφεραν απ' την άτυχη Ελλάδα μας, στα χέρια των αθλίων εχθρών μας Τούρκων. Πόσοι πληγωμένοι δεν έμειναν στη διάθεσή των χωρίς βοήθεια και πόσοι ολίγοι ήσαν σχετικώς οι τραυματίαι που τα τρένα γεμάτα, το ένα πίσω από το άλλο, έφεραν βαριά πληγωμένους, και πόσοι απ' αυτούς απέθνησκον στο δρόμο από εξάντλησι ή από αιμορραγία.


Τας 13 Αυγούστου ήσαν 15 στρατιώται χωρίς αρχηγό, αλλά μέσα σ' αυτούς ήταν και ένας αρκετά έξυπνος, ο οποίος επειδή εγνώριζε και τους δρόμους ανεκηρύχθη υπό των άλλων αρχηγός. Εμπρός παιδιά, θάρρος, φωνάζει "θα σωθούμε". Αμέσως όλοι επήραν τα όπλα των και τον ακολουθούσαν σ' ένα μικρό υψωματάκι 1 1/2 ώρα περίπου μακριά, όταν έφθασαν στους πρόποδας άφησαν εκεί τας αποσκευάς των  σε μια αρκετά βαθειά του βράχου σχισμάδα και έμειναν οι 13 ο αρχηγός δε παραλαβών ένα μαζί του, ανέβησαν στη κορυφή να κατασκοπεύσουν τα πέριξ, μετά πολλού κόπου κατόρθωσαν να διακρίνουν μερικάς κινήσεις μακράν περί τα 4 (τέσσαρα) χιλιόμετρα, ήσαν Έλληνες, ήσαν Τούρκοι, δεν ηννόησαν αλλά για κάθε ενδεχόμενο ήθελαν να αναχωρήσουν μόνοι των, αφού δε εκατέβησαν από την κορυφή κοντά στους άλλους, συνεφώνησαν μετά την δύσιν του ηλίου να αναχωρήσουν. Αφού δε εκάθισαν και έφαγον ολίγον από εκείνα τα οποία είχον μαζί των, επλησίαζε η ώρα που ο ήλιος έδυε και έπρεπε να αρχίσουν την οπισθοχώρησιν.

Το διάταγμα εδόθη και το μικρό απόσμασμα ήρχισε τη νυκτερινή του πορεία. Η σελήνη δε με το θαμπό της φως εφαίνετο να τους επροστάτευε ώστε να μείνουν απαρατήρητοι. . .


Νύχτα σε νύχτα κάναμε πορεία, μη μας δούνε

σιωπηλοί κι ατάραχοι μήπως κι αντιληφθούνε

στης Μικρασίας τα βουνά, στους κάμπους, στα λοφάκια

νύχτες περιπλανιώμαστε περίπου δεκαπέντε

ποιος άραγε θα έλπιζε για μια ζωή να ζούμε

γυναίκες ναι ... περίμεναν παιδιά μας, για να' ρθούμε

γιαυτό κι εμείς γυρνούσαμε νυχτιές, μέρα κρυμένοι.

μεσ' τις σπηλιές μεσ' τις χαράδρες βράχων κει χωμένοι. . .

Μα δε ρωτάς γυρίσαμε όλοι σωστοί οπίσω

ή μόνο τρεις εφθάσαμε από τους δεκαπέντε

τα βόλια δε μας άφηναν κατηραμέν' εχθρού μας

μας θέριζε κι ανίκητος εχθρός, ω, η τροφή μας.

Στο δρόμο που πηγαίναμε, εθέριξε μια σφαίρα

μα... κι άθελα μια δυνατή κραυγή απ' ένα στόμα

εβγήκε ασυνάρτητη και σωριασμένο πτώμα. . .

. . .κυλίστηκε στο αίμα. . .

Και μια φωνή απ' την καρδιά, φρίκης κι αγάπης βγάζω

Τι να πράξω ταλαίπωρε εαυτόν μου να πάρω

ή να γυρίσω ταίρι μας, σένα να βοηθήσω

κοντά σε σε και το δικό κεφάλι μου θ' αφήσω. .

 

 

Ότι να πεις έφυγε, φευ, πίσω πια δε γυρνάει

θ' ακολουθώ τους άλλους πλην κι εγώ ως να τους αφήσω

ανίκανος βαθειά κι εγώ φωνή απ' τα στήθη βγάλω

(για εκεί πηγαίνω. . (υγιά σας πηγαίνω). . .

Πηγαίναμε σιγά σιγά τα πόδια μας κομένα.

Οκτώ ’ρες νύχτας κάναμε, πορεία για να ρθούμε

αφήσαμε και ένανε καϋμένο, σκοτωμένο.

Πικροεχάραξ' η αυγή πού ήλθαμε να ιδούμε.

Μήπως σε χωριό φθάσαμε, μήπως σε πόλι ίσως

μήπως οι Τούρκοι φθάσανε πιο γλήγορα δω πέρα;. . .

Ω, άμοιρη !! κακή τύχη!!. . . μας έφερες στα δύχτια

Άραγε θα γλυτώσουμε απ' των Τουρκών τα χέρια. .

Δέξαι ω Ύψιστε Θεέ προστάτα των απόρων

Προστάτευσε, δώσε ζωή... Θεέ!!, ω, γλύτωσέ μας. . .

Λυπήσου τα παιδάκια μας που τόσο υποφέρουν

γυναίκες μας νυχθημερόν μοιρολογούν και κλαίουν. . .

Σηκώσαμε τα μάτια μας από την προσευχή μας

να ιδούμε να εξετάσουμε πού είμαστε στ' αλήθεια.

Τι σε καλό, ω, Δόξα Σοι, νάχουνε φύγει όλοι

Σ' ευχαριστούμε Ύψιστε γι' αυτό, σε μας, το θαύμα.

Μείναμ' απαρατήρητοι απ' αιμοβόρα μάτια

θ' αρκούνταν να μας σκότωναν όλους με τα τουφέκια

ή τα βασανιστήρια θα ήθελαν ν' αρχίσουν. . .

Βάσαν' αυτά δεν ήτανε ο τρόμος και το αίμα!!

Ω, άλλα νάξερες φριχτά πούχανε κάνει σ' άλλους

πέταλα εκαρφώνανε στα χέρια και στα πόδια

το αίμα έτρεχ' άφθονο σαν ποταμιού ρυάκια

και με καμτσί κτυπούσανε, να περπατούν σαν όνους

με την εξάντλησι ατέλειωτους, σκληρούς, ω, πόνους

μέχρις' ου έπεφταν χαμαί, στη γη σωρό κουβάρι

αναίσθητοι χαμένοι. . .

 

Όλην εκείνην την ημέραν έμειναν κρυμμένοι επάνω σε μια κορυφή ενός ακρετά υψηλού βουνού, σαν μισοκοιμισμένοι και σαν ξύπνιοι, εφαντάζονταν τις βάναυσες φωνές των αιμοβόρων Τούρκων, ακόμη δε και το τι τους επερίμενε αυτούς, τι τέλος, ο καθείς σκεπτότανε μόνος του, άφηνε τη φαντασία του να πετά και ενόμιζαν ότι εβρίσκοντο σ' εκείνη τη θέσι που περιγράψαμε ανωτέρω.

 

 

Η δεκατετραήμερος πορεία

 

Ξυπνάμε δεύτερη βραδιά και ξεκινούμε πάλι.

νυχτιάς την ησυχία ποιος τολμάει να χαλάση. . .

ναι, κι αν αυτοί την χάλασαν εκτός με δίκιο πάλι

περπατούσαμ' ατάραχα παιδιά σιγά σιγά όλοι.

Και πού κατευθυνόμαστε, θάλασσα πούθε είναι

πούθ' ειν' η Σμύρνη η άτυχη ω, τι την περιμένη. . .

κατηραμένε. . . τι περιμένεις να φέρεις χρόνε. . .

που δεν τα ήλπιζαν ούτ' οι Σμυρνιοί ως τότε.

Τι ειν' αυτό που ξαφνικά μας σταματά τη σκέψη

μια λάμψη βγήκε στα ψηλά κι ακούσθηκε μια σφαίρα

σιρίζοντας να σχίζη δε, με βία τον αέρα.

κι άλλη έπειτα ακούσθηκε κι άλλη έπειτα κι άλλη.

Τι ήταν αυτά ήσαν εχθροί, σε μας ήρχοντο όλα.

Ναι, ήταν βόλια εχθρικά δεν άργησαν ν' ακούσουν

φεύγετε πίσω φώναξε με τη φωνή κομένη

διαπερώντας, εχθρική, τρυφερό στήθος σφαίρα.

Κλονίσθηκε, εστάθηκε μα ποτάμι το αίμα

τον έβαψε ολόκληρο σ’ ένα κίτρινο χρώμα

έτρεξαν όλοι πρόθυμα, να παράσχουν βοήθεια

στο ταλαίπωρο θύμα.

Τι να πρωτοκυτάξουμε και τι να πρωτοδούμε;

Πώς ώ σ’αυτόν να δώσουμε τις πρώτες του βοήθειες

Ο ουρανός που άνοιξε καταράκτες με σφαίρες

Ατέλειωτες μας φαίνονταν στιγμές κατηραμένες. . .

Ουρανός φωτιά έριχνε και η γη έβγαζε φλόγα

Ύπαρξις τι εγύρευεν να ζη σε τέτοια ώρα.

Ω!! Τι θα γίνωμε, στα λογικά σας είσθε, στάκτη;;!!!

Άνεμος έγινε’ η ζωή μου για στιγμές υπάρχει

Καθείς ετράπη εις φυγήν, μα πόσοι πληγωμένοι

Και πόσοι σκοτωμένοι. . .ανταμώσαμε μόνο τρεις.

Απ’ τη φριχτή κείνη νυχτιά, πώς είχαμε γλυτώσει

μεσ’ απ’ του χάρου τα δόντια εμείναμ’ αβλαβείς.

Ήταν μια τρομερή στιγμή που είχα συναντήσει

Να βλέπεις τ’ αδελφάκια σου να πέφτουν σκοτωμένα

Ενέπνεε μια θλίψη μεσ’ της καρδιάς μας τα βάθη

Να μη μπορείς ούτε βοήθεια καν σ’ αυτούς να δώσεις.

Αυτοί δεν έκλαψαν πολύ αλλ’ έχασαν τα πάντα

Έχασαν, που κανείς ποτέ θα δώσει, την ζωήν των.

Αλλά θα κλάψουν άλλοι, ναι, αυτοί θε να θρηνήσουν,

Που κλαίαν και ωδύρονταν έως αυτήν την ώρα

Αυτών τα μάτια έχυσαν δάκρυα πικρά, ποτάμια

Και θα δακρύζουν πάντοτε σαν πρόκειται για δαύτα. . .

Στα πόμερα μέρη μακρυά, της συνάντησης πέρα

Εμείνανε τα δάκρυα μόνο για μας κι ο πόνος

Που δε μας άφηνε ο τρόμος, του φόβου το φάσμα.

 

Είχαν επιθυμήσει το θάνατο, γιατί η ζωή γι’ αυτούς ήταν πια περιττή, έβλεπαν ότι οι περισσότεροι των συνοδοιπορούντων μετ’ αυτών είχαν χαθεί κάτω απ’ το μαχαίρι, στο διαπέρασμα της σφαίρας, εκαταρώντο την ώραν και την στιγμήν που ευρέθησαν ζωντανοί στον κόσμο, διότι και αν υπήρχον δεν ήξευραν αν μετά μίαν ώραν θα ευρίσκοντο εις την ζωήν. Μια απελπισία τους είχε καταλάβει, τον θάνατον αντίκρυζαν πάσαν στιγμήν εμπρός των. Αλλ’ όμως όταν ήρχοντο εις τον νουν των παλιές αναμνήσεις, παλιά ευτυχισμένα χρόνια, τα πρώην μεγάλα των σχέδια αμαυρούμενα προ του φάσματος του θανάτου, ένας κρύος ιδρώς περιέλουε το σώμα των αλλά και ένα αίσθημα επίσης ανορθώσεως και εκδικήσεως ανήρχετο στην καρδιά των, που πολύ δύσκολα τους εφαίνονταν ότι θα το εκτελέσουν. Έτσι επερνούσαν τας ημέρας κρυμένοι, την δε νύκτα προχωρούντες προς τα παράλια με άπειρες και ατέλειωτες για διήγηση δυσκολίες. Επιτέλους κατόρθωσαν να φθάσουν σ’ ένα μικρό τούρκικο χωριό που κατοικούσαν και μερικοί Έλληνες, από τους οποίους αφού συνεβουλεύθησαν, εξεκίνησαν και για το τελευταίο αυτό, περίπου 5 ώρες δρόμο, με μερικούς εντοπίους οι οποίοι ενώ ήξεραν το δρόμο, έκαμαν πολλούς ελιγμούς ίνα μη πέσουν εις χείρας των βαρβάρων. Κατά τας 6 η ώρα είχαν φθάσει στα περίχωρα της Σμύρνης, οπόταν βλέποντες τα μικρά χωριουδάκια στις μαγευτικές τοποθεσίες τους, σαν να επρομάντευαν την καταστροφή που τους επερίμενε, ελυπούντο κατάκαρδα σαν να επήγαιναν σε κρεμάλα με εκείνα τα ελεεινά χάλια!. . .

Ήταν η 27η Αυγούστου, οπόταν έφθασαν κατάκοποι και αφού ενώθησαν με ένα άλλο σώμα στρατού επεβηβάσθησαν επί ενός πλοίου και έτσι εγλύτωσαν μόνο τρεις από τους δεκαπέντε.

 

 

                                                    Η Σμύρνη στην κατοχή των Τούρκων.

 

                       Από εδώ αφηγούμαι τη δική μου ιστορία όταν ήμουν δεκατεσσάρων ετών.

 

Ήταν το άλλο πρωί, η εικοστή ογδόη

Που καταρώμην κι άλλοτε, καταρώμαι και τώρα

Γιατί κανέν’ άλλο πρωί δεν ξύπνησα ως τότε

Να βλέπω τον πατέραν μου που κατατρομαγμένος

Γυρίζοντας απ’ τη δουλειά χωρίς νάχει τελειώσει. .

Γιατί ήλθες γρήγορα πρωί, τι τρέχει τον ρωτάμε

Μήπως οι Τούρκοι έφθασαν, αντίσταση δεν εύρον;

Έφθασαν, ναι, μας απαντά, μια είδηση μας ήλθε

Γι’ αυτό και μεις εκλείσαμε, ο φόβος μας το είπε. . .

 Ερήμωση βασίλευσε περίπου μία ώρα

Μόλις ηκούσθη η είδησις αυτή η τρομερή

Κανείς σχεδόν ούτε τολμά να ιδή στο παραθύρι

Που ένας τρόμος τους Σμυρνιούς τους Χριστιανούς, ναι, όλους

Μας είχε καταλάβει.

Ξάφνου φωνές αλαλαγμού ακούομε πιο πέρα

Τις πιο δυνατές των κραυγές σαν άγρια θηρία

Σκυλιών στόματα τραύλιζαν σαν κόκαλα να ηύραν

Θήραμα, άοπλο λαό και χωρίς προστασία.

Εγέμισε η Σμύρνη μας μ’ εχθρών άγριες λόγχες

Που άνθρωπος δεν έμεινε στηριγμένος στα πόδια

Όποιος κατά τύχη δουλειά είχε να μείνει έξω,

Σαν λεοντάρια σπάρασαν, στους καϋμένους επάνω.

Σιγά, σιγά εβάδιζ’ η ημέρα προς τη δύση

Η γειτονιά μας άδειασε κανένας μεσ’ το σπίτι

Στ’ Αμερικάνικο σχολειό εκεί επήγαν όλοι

Μόνο εμείς εμείναμε μεσ’ στο σπίτι κρυμένοι. . .

Η μήτηρ μου στεκότανε επάνω στον εξώστη

Ενώ στην άκρη φάνηκαν, του δρόμου, δύο Τούρκοι

Αρματωμέν’ ήσαν βαριά και με εφ’ όπλου λόγχη

Στο σπίτι άρα ήρχοντο εις το δικό μας, ίσως;

Πριν να προφθάση η μήτηρ μου να μας πη, μην ανοίξτε

Είχαν φθάσει στην πόρτα μας, λίγο νερό ζητούνε,

Ο πατέρας μ’ ανύποπτος, άνοιξε κι ήλθαν μέσα

Διέταξε και δυο νερά αμέσως να δοθούνε.

Ήπιαν μόλις, λίγο νερό, τ’ άλλο έχυσαν κάτω

Κι αμέσως τούρκικα ήρχισαν να ρωτούν πόσοι ήσθε.

Ένας τρόμος κατέλαβε, μια ανατριχίλα όλους

Τι άραγε να θέλανε, να ξέρουν τι τους νοιάζει;

Χωρίς δε ούτ’ απάντηση διόλου να περιμένουν

Διέταξαν με άγριο, στις κάμαρες να πάμε.

Μόλις μέσα εμπήκαμε, κι αυτοί οι δυο μαζί μας

Με σφαίρες όπλα γέμισαν και είχαν απαιτήσεις

Να κλέψουν παν πολύτιμο  και χρήματα γυρεύουν

Ίσως δε κι αυτή τη ζωή ακόμη δεν αφήσουν.

Αλλοίμονο. . . τι μας περιμένει, ένα μαχαίρι. . .

. . .μια σφαίρα. . .ένα σκότωμα, τι άλλο να ζητούνε.

Ναι. . . κι άοπλος αν ήταν ο μπαμπάς μου, με τρεις τέτοιους

Να παλαίση ήταν ικανός, ναι, και να τους νικήσει.

Δεν έχασε ούτε λεπτό, τις δυο κάννες αρπάει

Και εις αυτών το πρόσωπο με βία τις γυρνάει

Εγώ μικρός κι αν ήμουνα έτρεχα προς την πόρτα

Ν’ ανοίξω να τους διώξουμε, να κλείσω έπειτα πάλι

Σ’ εκείνη την άγρια σκηνή, σπαρακτικές κραυγές μας

Έβγαιναν απ’ τα στόματα μητέρας κι αδελφών μου

Και πουθενά βοήθεια, κανείς να μη μας στέλνει. . . .

Άθλιες στιγμές, απελπισιά μας είχε καταλάβει

Τον θάνατον αντικρύζαμ’ όλοι εμπρός στα μάτια. . .

Πέντε λεπτά διήρκεσε η πάλη ενώ ο πατέρας

μ’ απελπισία εαυτού, μ’ αγωνία φωνάζει

«Φεύγετε πίσω, φύγετε από την πίσω πόρτα.»

μέσα στην τραγική σκηνή ώ, πώς να καταλάβουν.

Μόλις εγώ τον ήκουσα, τράβηξα και τους άλλους

Τους έσυρα με το στανιό, γιατί δεν εννοούσαν. . .

Και προχωρούντες έτσι δα, στο βάθος του σπιτιού μας

δεν ξέραμε τι ήτανε, τι κάναμε, τι λέμε

Μια φρίκη, μια άγρια σκηνή το μυαλό μας κατείχε

Αφήσαμεν το θάνατο μονάχο να παλαίση. . .

Μόλις εβγήκα γρήγορα από την πίσω πόρτα

Είδα τους δυο πολεμιστάς ν’ ανοίγουν και να φεύγουν

Άραγε τον εσκότωσαν, μου ήλθε μία σκέψις

Πάμε να βρούμε λειψανο στο αίμα κυλισμένο

Αλλοίμονο. . .μείναμ’ ορφανοί χωρίς πατέρα; !

Χωρίς ελπίδα, σιγά σιγά γυρνούμε πάλι πίσω

Με φόβο ν’ αντικρύσουμε εκείνο που φοβούμην

Αλλ’ ο Θεός δεν άφησε με παντοδύναμό του

Το χέρι, τον ελύτρωσε .  .  . τον έσωσε αλήθεια!!!

Γυρνάμε πίσω, τι να ιδώ, σαν κάτασπρο τουβάρι

Νεκρού την όψη κίτρινος, σαν ίσκιος περπατούσε. .

Να φύγωμε, να φύγωμε, εφώναζε η μαμά μου

Στ’ Αμερικάνικο σχολειό να πάμε να σωθούμε

Στη τρομερή τη ταραχή, μια σκέψη δε μας ήλθε

Σαββάτου ρούχα της δουλειάς φορώντας στο κορμί μας

Χρήματα, ούτε τίποτα δεν πήραμε μαζί μας.

Έτσι λοιπόν όλοι γυμνοί εβγήκαμ’ απ’ το σπίτι

Μον’ ο πατέρας έμεινε μονάχος εκεί μέσα.

Όταν στη πόρτα φθάσαμε έξω απ’ το σχολείο

Του κάκου, δε μας άνοιγαν όσο και να χτυπούμε

Αμερικάν’ ήσαν εκεί δυο οπλισμένοι ναύται

Που δεν επέτρεπαν κανείς να μπει απ’ έξω μέσα

 

Μόνο η διευθύντρια μας γνώριζε, κι ανοίξτε

Διέταξε, και άφησαν να μπούμε να σωθούμε.

 

 

Ήμασταν από εκείνη τη φοβερή ταραχή τελείως εξηντλημένοι και αν ακόμη, σε ασφαλές μέρος, νομίζαμε ότι μας κηνυγούσαν να μας σκοτώσουν. Με τα μάτια της φαντασίας μας βλέπαμε τις άγριες ματιές και τις μυτερές λόγχες των άθλιων εκείνων κατηραμένων πλασμάτων. Η αμερικανίς διευθύντρια μας παρέλαβε και μας ωδήγησε σ’ ένα ιδιαίτερο δωμάτιο διότι ήταν γεμάτο κόσμο, έως 1500 ανθρώπους περιείχε, μας παρηγορούσε δε και μας έλεγε ότι θα υπάγη με τους ναύτας στο σπίτι μας να φέρη και τον πατέρα μου, αλλά όσες φορές απεφάσισε, δεν ετόλμησε ποτέ να το πράξη, διότι προτύτερα παρατηρούσε από το υψηλό παράθυρο και μόλις έβλεπε κανένα τούρκο να περνά από κει, απεθαρύνετο αν και ήτο αμερικανίς.

 


Πέντε ημέρας μείναμε μέσα εις το σχολείο

Ακούοντας το θόρυβο τρέμοντας, π’ ήτο έξω. . .

Σκεπτόμενος στην άκρια του παραθύρου, τώρα

Άκουα άλογα, σιγά, αργά να περπατούνε

Σηκώνομαι σιγά σιγά για να κυτάξω έξω

Και βλέπ’ αδύνατα ισχνά, σαν ίσκιους να διαβαίνουν

Πόσες μέρες να έχουνε να φάνε, πεινασμένα

Ακούονται τα πέταλα στη μοναξιά του δρομου

Γυρνούν ανοικοκύρευτα, στην τύχη αφησμένα.

Έπειτα αμάξια με χαλιά, με κάσες φορτωμένα

Τσέτες να κατακλέβουνε χριστιανικά τα σπίτια

Πόσες πόρτες εσπάσανε και πόσους (εσκοτώσαν) ή κατακλέψαν

Λάφυρ’ Ελλήνων άοπλων, μόνον αυτών γιατί;

Γιατί στο τούρκικο ζυγό τοσο πολύ υποφέραν

Χρήματα, πέτρα * και στρατό, ζωή χωρίς ασφάλεια

Σαν είδαν τη γαλάζια μας Ελληνική σημαία

Όλοι της Σμύρνης Έλληνες, καθείς έχ’ από μία

 

Εξώστες θύρες δεν ήταν χωρίς μια πελωρία

Λατρεύσαμε, δοξάσαμε το σταυρό της τον άσπρο

Στο μέτωπο, στον πόλεμο και μ’ αυτή τη ζωή μας

Ετίμησε με αίμα της όλη η Μικρασία.

 

 

                                         Οι Τούρκοι όμως έβλεπαν κι αυτοί το τι γινόταν

Είδαν πως όλοι ήλαξαν, μα κι’ αν τους αγαπούσαν

Τους άφησαν τους μίσησαν,, φίλους πια δεν τους είχαν

Γι’ αυτό σ’ αυτή την άθλια την ταραχή μας, όλοι

Οι τούρκοι, ναι χριστιανικό Ελληνικό διψούνε

Αίμα να πιούνε. . .

­

 

Μια είδηση όλες αυτές τις μέρες δε μας ήλθε

Ούτ’ απ’ έξω τι γίνεται κι’ ούτε από κανένα.

 

 

Ήταν Τετάρτη απόγευμα, οπόταν ήλθε κάποιος

Χτυπούν απ’ έξω δυνατά, ν’ ανοίξουν νάλθη μέσα

Φορούσε φέσι τούρκικο και κάτι παλιά ρούχα

Ποιος ναν’ αυτός, κατάσκοπος, τους ήλθε μια ιδέα

Κατέβ’ η διευθύντρια κι αυτή να τη ρωτήσουν

Γιατί αυτήν εζήταγε να δη να τον γνωρίση

Δυσκόλως κι αν τον γνώρισε, ναι!! Ήταν ο μπαμπάς μου!!

Εντύθηκε σαν τουρκαλάς για να μην τον γνωρίζουν

Με υποσχέσεις χίλιες δυο τον εβάλαν μέσα

Ότι τίποτε δεν θα πη, το τι έξω συμβαίνουν

Όταν ήλθε κοντά σε μας άρχισε να μας λέει

Πως τόσες μέρες έμεινε μόνος του μεσ’ το σπίτι

 

«Έραψα μία τούρκικια με μια σελήνη κι άστρο

Και στον εξώστη κρέμασα την τούρκικια σημαία

Γιατί σε σπίτια τούρκικα να μπούνε δεν τολμούσαν

Έτσι και γω τους γέλασα και εις εμέ δεν ήλθαν

 

 

Στ’ αντικρυνά στα πλαϊνά εις όλα τ’ άλλα μπήκαν

Κατάκλεψαν ερήμαξαν ανθρώπους εσκοτώσαν

Και τ’ αμάξια, πολύτιμα απ’ τα σπίτια κουβαλούσαν

Τα ξένα τα καλά των, στον τουρκομαχαλά

Μόλις ο ήλιος έδυε κι άρχιζε σκοτινήλα

Δεν πέρασε καμιά βραδιά χωρίς μια τρικυμία

Άκουες κονταριές. . βαριές!! Τις πόρτες που χτυπούσαν

Χωρίς να περιμένουν δε, τις έσπαγαν με βία

Ας μη τα λέμε τ’ άλλα πια, δεν τα γράφει η πένα.


(Εξακολουθεί να μας λέγει) «Σήμερα τη Τετάρτη το πρωί οι δρόμοι ήσαν ερημωμένοι, φωνή και ήχος περπατισιάς ανθρώπου δεν ηκούετο, ούτε κάρο ούτε αυτοκίνητο επερνούσε, η ερημιά εκέινης της ημέρας εμαρτυρούσε το πένθος, το πένθος το βαρύ που είχε προκαλέσει η κατοχή της Σμύρνης υπό των Τούρκων, εμαρτυρούσε τη μεγάλη θλίψη που κατείχε τις καρδιές καθεμιάς ελληνικής ψυχής και σιγά σιγά εβασίλευε. . .

Είδα ότι τα πράγματα είχαν ησυχάσει και μια ελπίδα σα χαρμόσυνες καμπάνες που αναγγέλουν μια ευτυχία που έρχεται, ανέβηκε στην καρδιά μου, σαν να μου έδωσε θάρρος και απεφάσισα να έβγω έξω, δια να ιδώ τι γίνεται. Μόλις εκατέβαινα τα σκαλάκια, βλέπω από την άκρη του δρόμου να έρχεται ένα αυτοκίνητο, σαν έφθασε κοντά στο σπίτι μας, εγώ ακόμη αφελέστατα εκυττούσα, ενώ έξαφνα με έκπληξη βλέπω να σταματά μπροστά μου. Ήταν ο Άγγλος Πρόξενος Mr Horton επιβαίνων αυτού. Εξέρχεται έξω και με ερωτά δια κάποιο εγγλέζικο σπίτι: «Του Mr Forrest το σπίτι το επείραξαν;» «Δι’ εκείνο δεν ξεύρω» του απαντώ, «αλλά όλα τα άλλα τα πλαϊνά και τα αντικρυνά ημπορείτε να ξέρετε και χωρίς να με ρωτάτε, κυττάξτε σπίτια με σπασμένες πόρτες, κυττάξτε σπίτια με δωμάτια γκρεμισμένα. . .» Αυτός απαντά: «Και οι Έλληνες λίγα δεν έκαμναν έως που έφθασαν εδώ πέρα» . . . . . . . Και μ’ αυτά τα λόγια διεκόπη η ομιλία και ανεχώρησεν. Τι απάντηση γεμάτη φρίκη, γεμάτη από εκδίκηση, ότι δηλαδή καλά σας κάνουν τώρα. . . . Σαν μια απογοήτευση να ησθάνθην και ένας κρύος ιδρώς με περιέλουσε, ανέλαβα όμως το θάρρος μου δια να εκτελέσω την απόφασίν μου. Όσα χρήματα είχα επάνω μου, τα πέρνω όλα και τα κρύβω μέσα σ’ ένα συρτάρι, εκτός μόνον μερικά ψιλά για κάθε ενδεχόμενον, πέρνω ένα παλιό φέσι που δεν ξεύρω και γω πώς βρέθηκε εκεί πέρα, φορώ και τα παλιά μου τα ρούχα και βγαίνω έξω, προχωρώ προς το κατάστημά μου, το Ζαχαροπλαστείον. Στο δρόμο πού και πού έβλεπα τούρκους στρατιώτες στους οποίους δεν έδιδα καμιά εντύπωση γιατί δεν διέφερα σχεδόν καθόλου από τούρκον, όταν έφθασα εμπρός στο μαγαζι, τι να ιδω, τρομακτικόν θέαμα, τις πόρτες τις σιδερένιες σπασμένες, τα γλυκά αναποδογυρισμένα τα συρτάρια με τα χρήματα και αυτά φευγάτα, μια φρίκη μόνο ημπορεί να εμπνεύσει μια τέτοια κατάστασις. . . Στο μαγαζί που εργάσθηκες τόσα και τόσα χρόνια που εφιλοξένησες τόσους και τόσους Έλληνες στρατιώτες, στο μαγαζί που ανήρτησες τη γαλάζια, ναι, τη δοξασμένη Ελληνική σημαία, που συντέλεσε έστω και αυτή για τη δόξα της πατρίδας μας, σ’ αυτό το ίδιο εκυριάρχησε η βία και η αρπαγή η κλεψιά και ατιμία. . . . . Τη στιγμή αυτή παρουσιάζονται δύο τούρκοι γείτονες και με περιπαίζαν λέγοντες «Βενιζέλο έ έ έ . . .Βασιλιά ιστίορσουν. Να Βασιλιά». . . Δεν εσκέφθηκα τίποτε άλλο, ούτε να κλείσω τις πόρτες, τα άφησα όλα όπως ήταν και έφυγα. Στο δρόμο μαθαίνω πως στο αντικρυνό μπακάλικο σκότωσαν το Γιάννη, αυτός ήταν ένας άνθρωπος γέρων, ήσυχος, αλλ’ επειδή την ημέραν εκείνη έκλεισε και έμεινε μέσα, όταν έφθασαν οι λυσσασμένοι σκύλοι, θραύοντες θύρας και σκοτώνοντες τον τυχόντα, μαζί με τους άλλους πάει και αυτός. Αυτό με έκαψε. .  . αλλά εξηκολούθησα βιάζων τον εαυτόν μου δια τον δρόμον μου, σκέφθηκα μια που είμαι έξω να έλθω να σας δω και αν είναι δυνατόν να έλθετε και σεις, αν δε όχι να επιστρέψω.»

 


Η Σμύρνη στη φωτιά


Τους άφησα λοιπόν κουβεντιάζοντας εκεί, ενώ εγώ ηθέλησα να υπάγω στο επάνω πάτωμα με κάποιους άλλους, εβγήκαμε στο δώμα και παρατηρούσαμε τα πέριξ, όπου ερημιά εβασίλευε παντού. Έξαφνα βλέπουμε προς την Αρμένικην Συνοικίαν κάτι καπνούς και σε λίγο μια μικρή φλόγα που ήταν αυτή η σφραγίς της εξόντωσής μας της τελικής.

 


Μικρή, λίγη και σιγανή αν άρχισες, ω φλόγα

Λίγο σε λίγο γίνεσαι θεριευτή

Αρχίζεις και στριφογυρίζεις στον αέρα

Μ’ αυτή την αγκαλιά σου φοβερή

Καπνίλα μαύρη και σαν αστραπή από κει πέρα

Και μια αγωνία απελπιστική

Κι’ αν μέσα στου σχολείου τον εξώστη, μια φοβέρα

Μου εμπνέεις ω φλόγα τρομερή. . . .

 

 

Κατεβαίνω κάτω και το αναγγέλω στον πατέρα μου και στους δικούς μας, από εκεί το έμαθαν και άλλοι και άλλοι και σχεδόν δια της βίας συγκρατούσαν το πλήθος, ίνα μη ανέλθη εις τα υψηλά παράθυρα, που έντρομοι και αγωνιούντες προσεπάθουν κάτι να μάθουν, κάτι να ιδούν, κάπως να εξετάσουν. Εγώ πάλι ανέβηκα επάνω και παρατηρούσα με τρόμο τη φλόγα εκείνη που άρχιζε να πέρνη μεγάλες διαστάσεις. Εκείνη η φλόγα άρχιζε μέσα σ’ ένα μαύρο καπνό να περιτυλίγεται και να υψώνεται έως τα σύννεφα. . . Έπερναν φωτιά τα διπλανά, τα αντικρυνά σπίτια και ολόκληρος η συνοικία άρχιζε να γίνεται μέσα στη φλόγα. . . Από ένα αντίθετο μέρος προς Βορράν νά, αρχίζει και από εκεί. Δυστυχία μας, δυστυχία μας, γιατί να μή σταματά, γιατί να μη προσπαθή κανείς για την κατάσβεση του πυρός. Μα ακόμη πιο απελπισία ως που να σκεφθούμε καλά καλά αυτά τα λόγια, ως που να παρατηρήσουμε καλά καλά εκεί, και από ένα άλλο μέρος αρχίζει φωτιά που και αυτή έπερνε μεγάλες διαστάσεις. . . Από τρία μέρη περικυκλωμένοι από φωτιά . . . ο αέρας δυνατά εφυσούσε και βοηθούσε πάρα πολύ εις την διάδοσιν του πυρός. Από όλα αυτά όμως, το πυρ που άρχισε στην Αρμένικη  συνοικία, ήταν το πιο πλησίον σε μας και το περισσότερον επικίνδυνον, ωθούμενον δε από τον φοβερόν άνεμον, έτρεχε ανεμπόδιστον εναντίον μας, απειλόν να μας καταπιή. Στο σχολείον μέσα όλος ο κόσμος ήτο ανάστατος, όσο βλέπαμε τις φλόγες να πλησιάζουν. Αντλίες!! Σωλήνες!! Το νερό! Εφώναξαν μερικοί άνδρες που ήσαν ικανοί και άξιοι να βοηθήσουν. Ητοιμάσθησαν σε λίγο οι σωλήνες και οι άνθρωποι ήσαν τοποθετημένοι καταλλήλως διά να αντιμετωπίσουν  το πυρ, όλα ήσαν έτοιμα και ανεμένετο να ανοιχθούν οι κρουνοί (οι κρουνοί αυτοί είχαν την δύναμιν να υψώσουν το νερό μέχρι και του υψηλοτέρου κτηρίου).

Ηνοίχθησαν οι κρουνοί και μόλις οι μισοί σωλήνες εγέμισαν, και κατόπιν ήρχισαν και αυτοί να καταπίπτουν. Μια αμηχανία μας ηύρε την ώραν εκείνη. Οι άνθρωποι που αντιμετώπιζαν το πυρ, είχαν γίνει κατακόκινοι και θα εγένοντο ψητοί, αν εγκαίρως δεν έφευγαν να σωθούν’ γιατί άραγε, που το νερό αυτό ήταν το μόνο σωτήριο για καθεμιά πυρκαϊά, σ’ αυτή την κρισιμότατη ώρα να σταματά . . . . να εννοή να μη μας βοηθήση καθόλου; Τι είχε συμβεί; Οι τούρκοι έκαμαν τη δουλειά τους με λογαριασμό, όταν κατέλαβαν το «Χαλκά Βοννάρ» που από εκεί επέρασαν πρώτα’ επειδή εκεί ήταν η πηγή του νερού, αυτοί εκλείδωσαν το μεγάλο κλειδί που κυκλοφορούσε για τη Σμύρνη. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση για μας. Στην αμηχανία εκείνη, μας ήλθε πάλι μια ιδέα πώς θα σωθούμε, όλοι εκείνοι οι άνδρες εγκατέλειψαν τας θέσεις των και ήρχισαν να καταβάλλουν υπερανθρώπους προσπαθείας. Υπήρχε μεσ’ στο σχολείο ένα πηγάδι το οποίο είχε αρκετό νερό. Άρχισαν λοιπόν το έργον . . . όλα τα κανάτια των παραθύρων τα έβγαζαν και άρχισαν με όσους κουβάδες είχαν εκεί, να ανεβάζουν νερό ως το επάνω πάτωμα και με πολλή δυσκολία να το χύνουν στα κεραμίδια . . . όλα τα ωραία χαλιά του σχολείου, τα έβρεχαν και τα εξάπλωναν επάνω στα κεραμίδια, ότι δήθεν θα μας προφυλάξουν, εκοπίαζαν, ίδρωναν, αλλά φευ . . . Η αγωνία η δική μας, η αγωνία του πατέρα μου, που αυτός άφησε όλα του τα λεπτά στο σπίτι μέσα, και εμείς με τι τρόμο φύγαμε χωρίς ούτε το παραμικρό να σκεφθούμε να πάρωμε, ήθελε να φύγη να γυρίση στο σπίτι, τουλάχιστον τα χρήματά μας να σώση. Κατά κακή μας τύχη όμως εκείνη την ώρα, όλο Τούρκοι οπλισμένοι γυρνούσαν στους δρόμους και ήταν αδύνατο να περάση κανείς και αυτοί οι Αμερικάνοι Ναύται δεν τον άφηναν . . . Ήξευρε ότι θα πήγαινε και δεν θα γύριζε πίσω πια, αλλά από μέσα το καθήκον του, δεν τον άφηνε ήσυχο, έπρεπε να πάη και ας πεθάνη. Εζήτησε και πάλι, παρεκάλει αλλά στο τέλος, δια της βίας υπό των ναυτών και των προτροπών της μητρός μου δεν επήγε, έμεινε εκεί. Από τη μια ο θάνατος ήταν μπροστά μας και από την άλλη, της κατηραμένης ζωής της προσφυγιάς τα φάσματα ενεφανίζοντο στο νού μας.

Και οι φλόγες ώρα με την ώρα, λεπτό με λεπτό επλησίαζαν και μας απειλούσαν ότι θα μας καταπιούν, ότι θα κάνουν στάκτη και αυτό το σχολείο, αν και ήτο Αμερικανικόν. Και όλο ένα η αγωνία η δική μας και όλου του πλήθους ηύξανε . . . τα καρδιοχτύπια, οι λυποθυμίες και απελπισμένες ομιλίες  λήγουσαι εις λυγμούς, ήκουες.

 

Σε καθεμιά εκκλησούλα Ελληνική είτε Αρμενική, ήτο γεμάτο κόσμος. Άκουες την καμπάνα της Αρμενόκλησας να κτυπά πένθιμα να ζητά, αλλά πού βοήθεια . . . Και όλες οι άλλες Ελληνικές εκκλησίες έψαλλαν όλες μαζί τον τελευταίο ύμνο μέσα στις φλόγες, κροτούσαν πένθημα τις καμπάνες τους, το τελεταίο αποχαιρετηστήριο για την καταστροφή των, που σε λίγο μια στάκτη τας επερίμενε!!. . . Ο κόσμος έβγαινε σωρηδόν όπου και αν ήτο κρυμένος, εχύνετο σαν ποταμός μέσα στους δρόμους, και πού να κατευθυνθούν δεν ήξεραν’ στο άκουσμα μιας τουφεκιάς, στην εμφάνιση ενός παλιοτούρκου, όλη εκείνη η μάζα του πλήθους, απότομα έπερνε την αντίθετο διεύθυνση και πολλοί γέροντες και μικρά παιδιά κατεπατούντο από αυτό το πλήθος των ιδίων χριστιανών.

Η θλίψις η μεγάλη ήλθε για τη Σμύρνη . . . θρήνος . . . κλάμματα και ένα γενικό βογγητό ηκούετο. Ο τρόμος και ο φόβος ακόμη, έκαμε και αυτούς τους νέους που εζητωκραύγασαν μαζί με τον Ελληνικό στρατό, αν και είχαν όπλα, να τα πετούν και να ζητούν ένα καταφύγιον, μίαν κρύπτην να κρυφθούν, να φύγουν από τα όμματα των αιμοβόρων Τούρκων, και δίκιο είχαν γιατί πολύ λίγοι απ’ αυτούς εγλύτωσαν.

Μα και οι ασθενείς εκείνοι που μέσα στα νοσοκομεία, οι βαρέως τραυματισμένοι τελευταία, κατά την μεγάλην οπισθοχώρησιν, όλοι αυτοί, σαν άκουγαν τις καμπάνες που μελαγχολικά εχτυπούσαν και είδαν πια κι αυτές τις φλόγες στου Ευαγγελισμού τα παράθυρα να μπαίνουν με τόλμη . . . τι ρίγος . . . τι συγκίνησις . . . τι απελπισία να τους ηύρε, που δεν ήσαν ικανοί ούτε το πόδι τους να κουνήσουν. Ήλθε το τέλος γι’ αυτούς και στην καθεμιά Ελληνική καρδιά τους και το τέλος μιας ατιμασμένης πατρίδος . . .  γι’ αυτούς . . . Τώρα ήλθε στο κατακόρυφο η αγωνία η δική μας. Οι φλόγες έφθασαν στα αντικρυνά τα σπίτια, τα οποία εκαίοντο σαν λαμπάδες και των οποίων αι φλόγες έφθαναν και ήγγιζαν πια τα παράθυρα του σχολείου. Εις μάτην, όλων των ανδρών εκείνων οι κόποι που τόσον εκοπίασαν, τόσον εμόχθησαν, που κάθε δυνατό μέσον μετεχειρίσθησαν, σαν αι διαλύουσαι σίδηρον φλόγες έφθασαν, τα βρεγμένα χαλιά στα κεραμίδια τα ηύραν αρκετά ξηρά για την ενέργειάν τους, σαν λαδερά δαδιά. Όλοι μαζί, όλος ο κόσμος ζητή να φύγη, προτιμά να σκοτωθή στο μαχαίρι παρά σαν ποντικός να καή, πληθώρα κόσμος, ο ένας επάνω στον άλλον. Στην κυρία είσοδο του σχολείου, μας σπρώχνουν, μας πατούν, μας συσφύγγουν και κανείς δεν εξέρχεται, στιγμαί απελπισίας, δεν ήτο δυνατόν να σταθούμε περισσότερο εκεί και προχωρούμε πάλι μέσα στην αυλή και συλλογιζόμαστε το πώς θα σωθούμε. Βλέπαμε τις πελώριες φλόγες που ήγγιζαν και νοιώσαμε ότι ήταν αδύνατο πια να μη καή. Αν και ήτο η σχολή μεγάλη, ήταν όμως μωρά η σκέψις να μείνωμε εκεί έως ότου παρέλθη το πυρ, γιατί θα εγίνετο ένα πελώριο καμίνι που κανείς δεν θα μπορούσε να μείνη εκεί ζωντανός.

Έξαφνα βλέπουμε τη μικρή οπίσθια πόρτα, δοκιμάζουμε να την ανοίξωμε και ιδού ανοίγει χωρίς καμιά αντίσταση. Βγένουμε έξω αλλά τι να συναντήσωμε, προηγουμένως όλη η αντικρυνή γραμμή εκαιότανε και οποιοσδήποτε επερνούσε τον εσκότωναν.

Σπίτια γκρεμισμένα . . . καμμένα, ο δρόμος είχε παραμορφωθεί είχε γεμίση από πέτρες, χώματα και μεγάλες καμμένες δοκούς που κάπνιζαν ακόμη, από εκεί επάνω είχαμε να περάσωμε. . . .

 


Φωτιά από δω, φωτιά από κει, πούθε να προπατούμε,

 μαύρος καπνός τα σπίτια μας, στη κόκινη τη φλόγα

η πολυαγαπημένη πατρίδα μας βουτήχτηκε

ποιος θάλεγε, περήφανη γι’ αυτήνα χωρίς όπλα

στιες άτιμες τούρκων φωτιές θα καιότανε

περνούμε και δεν ξέρουμε, σε κάρβουνα πατούμε

και τι, τους σκοτωμένους και τι να πρωτοδούμε.

 

 
                                                        Αλησμόνητες τραγικές βραδιές.

 

Οι άλλοτε ωραίοι και ήσυχοι δρόμοι, που σ’ όλους αυτούς είχε υψωθεί η γαλανή μας σημαία, που άλλοτε εζητωκραυγάσθησαν αι εικόνες του Βενιζέλου και κατόπιν του Κωνσταντίνου, τώρα στα τελευταία, με τα τραύματα και με το Ελληνικό αίμα βάφονται . . . Έντρομοι δεξιά και αριστερά παρατηρούμε μήπως από κάποια χαλάσματα, φανερωθή κανένας τούρκος και προχωρούμε προς την προκυμαία με φόβο και με προφύλαξη. Επί τέλους εφθάσαμε και αντί εκείνο που περιμέναμε, βλέπουμε όλως αντιθέτως κόσμο πολύ. Έβλεπες τα ανθρώπινα κύματα να περιφέρονται δεξιά και αριστερά και εφίπππους τούρκους, οπλισμένους με τα γυμνά σπαθιά των, να γυρνούν και να γλεντούν βλέποντες το καταθλιβόμενο Σμυρναϊκό πληθυσμό, που όχι μόνο αυτός αλλά και από όλα τα χωρία και από όλες τας πόλεις της Μικράς Ασίας. Και εγυρνούσαμε και μεις μαζί με όλο τον κόσμο και χωρίς να ημπορούμε να αντισταθούμε στο καθένα ισχυρό κύμα που μας κυλούσε. Και προχωρούσαμε ολοένα προς τα ψηλά και μαρμαρόκτιστα κτήρια της Πούντας και μέχρι το βράδυ περιφερόμαστε χωρίς να ξέρωμε πού να πάμε και πού να κοιμηθούμε. Όταν δε το σκοτεινό πέπλο της νυκτός άρχιζε να μας περιβάλλλη δεν ξέρω και γω πώς, με όλη εκείνη τη μάζα των ατόμων που ήμασταν, βρεθήκαμε μέσα στη μεγάλη αποθήκη κάρβουνων της Πούντας, η οποία ήτο εις ανοικτόν χώρον παρά την παραλίαν και αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε εκεί, χωρίς ούτε καν καθόλου να κοιμηθούμε. Την πολυτάραχη εκείνη βραδιά ποτέ δεν θα την ξεχάσω, γιατί δεν έφθανε που τα άτακτα αποσπάσματα τσέτηδων μας καταπατούσαν και μας κατάκλεβαν, τα ηχμαλωτισμένα Ελληνικά αυτοκίνητα που ήταν τώρα πια τουρκικά, τα έφερναν και ένα – ένα ήρχοντο και εστρατοπέδευαν μπροστά μας για να κάνουν καλλίτερα τη δουλειά τους, ίνα μη βλέπουν καθόλου τα παρευρισκόμενα, για τον τύπον και για τον γλεντζέ και μόνο για προβολές κινηματογραφικές, Συμμάχων δυνάμεων, πλοία. Η βραδιά εκείνη υπήρξε τραγική, ήταν σκότος βαθύ, που μονάχα τα μαρτυρικά φλογιζόμενα σπίτια έφεγγαν την τρικυμιασμένη παραλία, που στο αμυδρό εκείνο φως, περνούνε πέντε-έξη μαύρες σκιές, στο χέρι ένα τουφέκι, φαινόταν σαν της κολάσεως τους διαβόλους . . . Βοήθειαααα!!! Φωνές δυνατές σπαρακτικές, φωνές με κλάμμα, με απελπισία, ζητούμε βοήθεια από τ’ άσπλαχνα πλοία που στέλλουν τους προβολείς μόνο για να πάρουν ένα φρικιαστικό θέαμα σε κινηματογραφικήν ταινίαν.

Απελπισία ήτανε γιατί τα φώτα έσβυσαν και δεν εννοούσε εκείνη η βραδιά να ξημερώση και τα αυτά επαναλαμβάνοντο μέχρις ότου άρχιζε η ευλογημένη αυγή να ροϊδίζη και σιγά σιγά να ανατέλλη ο ήλιος, που το περασμένο βράδυ φεύγοντας μας άφησε να υποστούμε εκείνα τα μαρτύρια. Αλλά ούτε το φως ούτε και Θεόν δεν εσεβάσθησαν και τα μαρτύρια εξακολουθούσαν και τα κτυπήματα στις καϋμένες γυναίκες και τα παιδιά, με τα όπλα. Είναι το δεύτερο μαρτυρικό πρωί, αλλά το πρώτο που μέναμε χωρίς ούτε ένα ξεροκόματο ψωμί, μα ποιος συλλογιζόταν για το φαγητό, που από τα χαράγματα άρχισαν να περιφέρονται και τα πελωρίων διαστάσεων κύματα; Όλος ο κόσμος συνθλιβόμενος προσπαθεί, πέρα κοιτώντας στο ανοικτό πέλαγος να ιδή κάτι, μια βοήθεια, κανένα πλοίο να μας σώση, έξαφνα παρασυρόμενοι από μια μάζα κόσμου, παρ’ όλίγο να πέσωμε στη θάλασσα και ποιος θα ήτο δυνατόν να σωθή, μόνο να το σκεφθή κανείς αρκεί. Εις όλο το πλήθος μέσα, εγώ και η οικογένειά μου εξακολουθούσαμε πάλι το δρόμο μας από τη Πούντα προς το «Χαλκά Βοννάρ» ήταν ένας μαρτυρικός δρόμος, γιατί μέσα στο κόσμο επροχωρούσαν κάρα, που στους τροχούς των πολλά μικρά παιδιά και γέροντες ανίκανοι να σταθούν στους πόδας των, κατεπατούντο από αυτά και από τους ομοίους μας. Μια φρίκη μου εγέμισε την καρδιά μου να βλέπω μπροστά μου κλέουσαν και οδυρομένην κόρην και να φωνάζη:  «Τον πατέρα μου, τον πατέρα μου». Τι είχε συμβεί και ποιος ηδύνατο να βοηθήση; Τον πατέρα της, ως το πολυτιμότατον γι’ αυτήν πράγμα, η παρηγορητική ματιά του σ’ αυτήν και η μόνη της συντροφιά στην ανάστατη Σμύρνη μας, ήταν αδύνατο πια να την συνοδεύση, γιατί το γεροντικό του σώμα δεν αντείχε, τα πόδια του ητόνισαν και σε μια στιγμή που μετέβαλλε αστραπιαίως διεύθυνσιν το περιφέρον αυτούς κύμα, υπέκυψε και έχασε μια για πάντα την παρηγοριά της από τα χέρια της, και ποιος ηδύνατο να βοηθήση ή ποιος να την παρηγορήση; Και πόσα επέρασαν μπροστά μας απαρατήρητα. . .

Ήταν σχεδόν μεσημέρι, από την χθεσινή μέρα νηστικοί, ενώ ένα τσουβάλι σχισμένο μπροστά μας βλέπωμε και να χύνονται μέσα απ’ αυτό ξερές γαλέτες, ω, ό,τι ήθελε ας ήτανε, πήραμε όσες ημπορούσαμε να σηκώνομε και τις άλλες τις εγκαταλείψαμε στη διάθεση των άλλων, την πείνα που είχαμε, εφάγαμε και χωρίς να σταθούμε εγυρνούσαμε πάλι πίσω προς τη Πούντα, όπου μια αφάνταστη συνάντισις μας περίμενε, όλη η οικογένεια του θείου μου με τη γυναίκα του, με τα παιδιά του όλοι μαζί. Χωρίς τη συναίσθηση το πού βρισκόμαστε, αρχίσαμε τα γέλια με τους χαιρετισμούς, αλλά πολύ γρήγορα πέρασαν και ζωγραφίσθηκε η απελπισία και η αγωνία, το τι θα γίνωμε, στο πρόσωπό μας. Μέσα στο κόσμο επάνω στη προκυμαία, ήταν και τα αρμενάκια τα ορφανά με τους διδασκάλους των, τα οποία ήσαν υπό την προστασίαν των Αμερικανών και γιαυτό εκρατούσαν μια μεγάλη αμερικανική σημαία. Η μητέρα μου εγνώριζε τα Αγγλικά και η θεία μου επίσης και κατά τη στιγμή που τα αυτοκίνητα ήρχοντο, των Αμερικανών και εσταματούσαν εμπρός εις τα ορφανά για να πάρουν πληροφορίες, έτρεχον και με κλάμματα παρακαλούσαν, αν ήταν δυνατόν, να μας σώσουν, αλλά αυτοί σκληροί και άπονοι δεν ήθελαν τίποτε να ακούσουν. Και αυτές οι σκηνές επαναλαμβάνοντο έως ότου πάλι το σκοτεινό πέπλο της νυκτός αρχίζει να μας σκεπάζη, ενώ βρισκόμαστε κάτω από ένα κάρο και γύρω γύρω όλος ο πληθυσμός κάθηται και κανείς δεν ξεύρει τι θα απογίνωμε. Το σκοτάδι έχει αρχίσει και βλέπω ένα σπαρακτικό θέαμα να εκτυλίσσεται μπροστά μου: μια μάννα εκρατούσε στα χέρια της ένα παιδάκι ως τεσσάρων – πέντε χρονών και έρχεται ανάμεσα από μας και προχωρή προς την θάλασσαν . . . το παιδάκι είναι νεκρό και πού να το θάψη; Ούτε παπάς, αλλά ποιός φορούσε τα ράσα; Και ζητεί να το πετάξη . . . στη θάλασσα . . . πώς μπορούσε να το χωρισθή, τα σωθηκά της, τα σπλάγχνα της, η ζωή της, ναι την είχε χασει, και παρακαλεί να βρεθή κανείς για να κάνη ένα ψυχικό,  χωρίς ούτε ένα δάκρυ να βγάλη . . .

Και αρχίζουν πάλι αι έφοδοι και κατακλέβουν τον κακόμοιρο κοσμάκη που από κάθε δύναμη εγκατελείφθη. Απελπισία και πάλι απελπισία . . Αρχίζουν και πάλι σπαρακτικές κραυγές και όλος ο λαός υψώνει τη φωνή του και ζητά βοήθεια . . .  αλλά από ποιον; Από τα πλοία των συμμάχων δυνάμεων που μας εγκατέλειψαν στην άγρια διάθεση των Τούρκων; Μόνο ένας Θεός ημπορούσε να ακούση όλο εκείνο το βογγητό που έφθανε μέχρι τον ουρανό. Αλλά και ο Θεός φαίνεται ότι μας έχει εγκαταλείψει, φαίνεται ότι έχει κλείσει τα ώτα του για να μην ακούση, ναι, μας δοκιμάζη. Και φθάνουν και πάλι οι προβολείς και σαν να ησυχάζομε, αλλά σε λίγο σβύνουν και πάλι τα ίδια αρχίζουνε, και μέχρι το πρωί τα ίδια επαναλαμβάνονται.

Είναι η τρίτη ημέρα που μας ξυπνά το φεγγάρι της ημέρας, από την τρομακτική εκείνη πραγματικότητα, που ούτε στους καπνούς το οπίου δεν θα ηδύνατο να την ίδη σαν όραμα, είναι Παρασκευή, σηκωνόμαστε από το κάρο από κάτω και προχωρούμε προς τα ορφανά, για να ιδούμε την οικογένεια του θείου μου, που είχε μείνει εκεί κοντά. Όλη τη νύχτα οι Τσέτες οργίασαν κυριολεκτικώς, τους διδασκάλους των ορφανών, τους πήραν αιχμαλώτους και όλα τα μεγαλύτερα παιδιά, και αντί διδασκάλου βλέπω τον θείον μου ο οποίος αν και ήτο ηλικωμένος, να κρατά την Αμερικανικήν σημαίαν  και να είναι σαν προϊστάμενός των. Εκαθίσαμεν λοιπόν κοντά στα ορφανά ελπίζοντες, επειδή ήταν υπό την προστασίαν των Αμερικανών, αν εσώζοντο αυτά, θα εσωζώμεθα και μεις. Εκαθόμασταν σε μια γωνιά και παρατηρούσαμε όλο τον κόσμο που γυρνούσε, ήταν σχεδόν μεσημέρι όπου ο Θεός μας ελυπήθηκε και μας έστειλε ένα μεγάλο ταψί μακαρόνια και όλοι μας εκαθήσαμε να φάμε το απροσδόκητο εκείνο φαγητό, μια καλή κυρία μας ελυπήθηκε και μας το έστειλε. Αφού εφάγαμε, πάλι βλέπωμε το αυτοκίνητο των Αμερικανών να έρχεαι και πάλι έτρεξαν κοντά και σαν βασιλιάδες τους παρακαλούσαν η μητέρα μου και η θεία μου για να μας σώσουν, ήτο και κάποιος γνωστός μέσα εκεί και τέλος τους έδωσαν μια απάντηση, «να μείνωμε κοντά στα ορφανά» και έτσι ησυχάσαμε λίγο και με αγωνία περιμέναμε το τι θα γίνωμε. Αλλά δυστυχώς η ημέρα περνούσε και τίποτα δεν εγίνετο, με αγωνία βλέπαμε πάλι ότι σε λίγο άρχιζε να σκοτεινάζη και θα είχαμε ακόμη ένα μαρτύριο να υποστούμε. Ω, φρίκη όσο σκεπτόμαστε τα χθεσινά, τι μας περίμενε. Σ’ ένα από τα σπίτια της παραλίας υπήρχε ένας κήπος με μια καγγελένια πόρτα, και εγώ μαζί με την οικογένειά μου και όσος κόσμος χωρούσε, εμπήκαμε μέσα για περισσότερη ασφάλεια. Όλος ο κόσμος έξω συνθλιβότανε και περιφερότανε σα να μη είχε θέληση, αλλά στο κάθε τι που συνέβαινε, ήταν έτοιμος να φωνάξη με όλη του τη δύναμη. Το σκότος είχε ήδη αρχίση και τα μαρτύρια επίσης, ο κόσμος ήταν διεσπαρμένος σ’ όλη την παραλία, ακόμα και στα νεκροταφεία και μέσα στα μνήματα είχαν χωθή πολλά κορίτσια για να μην ατιμασθούν με το χειρότερο τρόπο από αυτούς τους παλιοκλέφτες, τους άτιμους τουρκαλάδες. Είναι βράδυ . . . είμαστε μέσα στην αυλή και στο σκοτάδι της νυκτός, εκεί δίπλα στην άκρη, στη χαβούζα, αρχίζει να ανεβαίνει επάνω στον τοίχο και να σκαλώνη με ευκολία μικρού παιδιού, μια γυναίκα ηλικιωμένη, είχε τρελλαθή και δεν είχε συναίσθηση των πράξεών της, ενώ συγχρόνως τρίζει η καγγελένια πόρτα από το δυνατό σπρώξιμο μιας ομάδος Τσέτηδων!! Και αν, και αν εκείνη τη στιγμή δεν εβογγούσε ο λαός, αν δεν έβγαζε βαθειά από την καρδιά του όλος μαζί την απελπιστική κραυγή, βοήθειααα. . . θα ήμεθα όλοι νεκροί, αν δεν έφθαναν οι προβολείς, ω! αυτοί οι προβολείς, ας ήταν και κινηματογραφικοί, που σαν θεία επέμβασις, σαν να εντρέποντο λίγο για τις πράξεις των, εσταματούσαν, εσταματούσαν την οργήν των προς στιγμήν, δεν θα υπήρχε κανείς από μας να μαρτυρήση το τι συνέβη εκείνες τις απελπιστικές στιγμές που επεράσαμε . . . Όλος ο κόσμος είναι τρελλός, έχει παραφρονήσει κυριολεκτικώς σ’ αυτή τη βραδυά, που στην τρικυμιασμένη παραλία το κύμα βογγά και όλος ο κόσμος μαζύ στενάζη, που στις τουφεκιές ούτε ένα αχ, στις μαχαιριές ένα τραύλισμα και σωρό κουβάρι κάτω, αλλά ο πολύς κόσμος τρώγη τη σάρκα του πότε να ξημερώση, νομίζει ότι θα σωθή αλήθεια, ενώ άλλοι προτίμησαν να μην υπήρξαν ποτέ, όλοι εκαταρώντο την ώρα και τη στιγμή που εγεννήθησαν για να υποφέρουν, αλλά και δυο φίλοι αποφασίζουν να πέσουν στη θάλασσα τη μαύρη για να σωθούν από κανένα πλοίο, αλλά οι σκληροί Γάλλοι και αυτοί τους χύνουν βραστό νερό για να μη ημπορέσουν να σωθούν, δείτε μια απανθρωπιά, να ξεφεύγουν από τα χέρια της φωτιάς και ούτε μια ευσπλαγχνία να δείξουν, δείχνουν την απανθρωπίαν των, κρίμα που λέγονταν και χριστιανοί!! Και μόλις κατόρθωσαν σένα Αγγλικό πλοίο να σωθούν.

Η θάλασσα έχει γεμίσει πτώματα, η προφητεία  του Κεμάλ εκτελείται «θα γεμίσω το λιμάνι της Σμύρνης πτώματα». Και η νύχτα εκείνη μεταβάλλεται σε κόλαση μ’ όλη τη σημασία της λέξεως. Τουφεκιές, μαχαιριές, κραυγές σπαρακτικές, βογγητά, κλάμματα, θρήνος . . . τι συλλογίζεται ο άνθρωπος εκείνη τη στιγμή; Δεν το ξέρω, μονάχα μια αναισθησία ημπορή να τον κρατήση στη ζωή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου, την απελπισία που κατελάμβανε την καρδιά μου, να ακούω δεξιά και αριστερά τα κλάμματα των κοριτσιών: «θα μας σφάξουνε», δεν ήταν δυνατόν παρά να ανατριχιάζω ολόκληρος, να μη θέλω να ζω. Φρίκη, φρίκη, πολλοί πέφταν στη θάλασσα να πνιγούν για να μη υπάρχουν. Και όλος ο θρήνος σα να φθάνη σαν προσευχή στον ουρανό, σα να ευσπλαγχνίζεται για τη θλίψη μας ο Θεός και διατάσσεται επιτέλους να ανατείλη ο ήλιος για να παύση το κακό.

Δόξα σοι ο Θεός, ανέτειλε η ημέρα, είναι Σάββατο και πήγαμε πάλι προς τα ορφανά, αλλά ούτε τα μισά δεν είχαν μείνει, τα πήρανε τα μεγαλύτερα αιχμαλώτους. Και επιτέλους μετά τις τόσες δοκιμασίες που μας είχαν αφίσει να υποστούμε, φθάνουν αι ατμάκατοι και ένα περίπολο Αμερικανών βγαίνει, παραμερίζουν τον άλλο πληθυσμό και αρχίζουν να επιβιβάζουν τα ορφανά πρώτον και επιτέλους έρχεται και η δική μας σειρά, η σωτηρία μας.

 



Τρικυμιασμένη παραλία, αντίο

Τρικυμιασμένη Σμύρνη στη φωτιά

Στα ξένα για να μη σε ιδώ πια, φεύγω

Σ’ αγνώστους τόπους σε ξένα νερά

Στα στήθη, στη καρδιά αιώνιο πόθο

Μ’ αφίνης ένα χάραγμα, βαθειά

Τον πόθο της εκδίκησης ω, νιώθω

Σαν κάτι άλλο σπρώχνει την καρδιά.

 


Φεύγωμε πια, το ξέρω, Σμύρνη φεύγω

Σ’ άγνωστους τόπους, σε ξένα νερά

Εσέ όμως ποτέ δεν θα ξεχάσω

Και σαν περάσουνε χρόνια πολλά

Πώς φεύγοντας σ’ άφησα μέσα στη φλόγα

Στη άτιμη τουρκόπιστη φωτιά.

 

Το Σαββατόβραδο δεν θα ξεχάσω

Παρακαλώ το πλοίο να σταθή

Για μια τελευταία ματιά να ρίξω

Στη Σμύρνη μας την αποθυμητή

Αγαπημένη Σμύρνη σ’ αφήνω

. . . ο έλικας αφήνει μια γραμμή . . .

κι η Τούρκικη η φλόγα αναβαίνει

που κατακόκκινη στον ουρανό

σαν μια θυσία να προσφέρη

ψηλά, ψηλά στον  Ύψιστο Θεό.

 

 

 

  Ημέρα Τρίτη 22/2/1927

Παύλος Λεονταρίδης

 


 

 

 

Παύλος Λεονταρίδης στο εργαστήριό του

Αθανάσιος και Αναστασία Λεονταρίδου


 

 

Ερασμία και Παύλος Λεονταρίδης

 

 



* Ήταν μια τραγική εργασία με την οποίαν εξόντωσαν πολλούς Έλληνες

Τελευταία Ενημέρωση ( Παρασκευή, 06 Αύγουστος 2010 16:41 )